Το πλήρες φιάσκο της απένταξης του προγράμματος «Απόλλων» από το Ταμείο Ανάκαμψης αποδεικνύει περίτρανα την επίσης πλήρη απουσία στήριξης των ενεργειακών κοινοτήτων, που τις οδηγεί σε αδιέξοδο, παρά τα πολλαπλά οφέλη τους που καταγράφονται για πρώτη φορά ολοκληρωμένα σε νέα έρευνα και συνθέτουν ένα οικονομικά και κοινωνικά αποδοτικό παράδειγμα ενεργειακού εκδημοκρατισμού κόντρα στη ανεξέλεγκτη κερδοσκοπία της ελληνικής αγοράς ηλεκτρισμού.
Την ανάγκη επανεξέτασης της δομής του «Απόλλων» αλλά και ευρύτερα την ολιγωρία ως προς την εφαρμογή των ευρωπαϊκών οδηγιών και κανονισμών σχετικά με τις αυθεντικές ενεργειακές κοινότητες είχαν καταδείξει μάταια οι ίδιες και το πανελλαδικό τους δίκτυο «Δέσμη Ενεργειακών Κοινοτήτων». Αντί όμως για ενίσχυση με πόρους, κίνητρα και ηλεκτρικό χώρο στο δίκτυο, έρχονται διαρκώς αντιμέτωπες με σοβαρότατα προβλήματα: δυσκολίες στην αδειοδότηση και περικοπές έργων ενεργειακού συμψηφισμού, καθυστερήσεις στις πληρωμές του ρεύματος από τους παρόχους και αδυναμία πρόσβασης σε δανεισμό.
«Σήμερα, το πλαίσιο είναι δυσμενέστερο σε σχέση με πριν από 1-2 χρόνια και τα εμπόδια πολλαπλά. Το μοντέλο της αυτοπαραγωγής ενέργειας έχει καταστεί λιγότερο ευνοϊκό και προς το παρόν παραμένει μη λειτουργικό. Αλλα μοντέλα, όπως οι συλλογικές ανακαινίσεις, η ενεργειακή ευελιξία και η ηλεκτροκίνηση, δεν διαθέτουν ακόμη το αναγκαίο πλαίσιο – παρά τις πολλαπλές προτάσεις που έχουν κατατεθεί» δηλώνει στην «Εφ.Συν.» ο πρόεδρος της «Δέσμης», Δημήτρης Κιτσικόπουλος.
«Κι εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος: αν κάτι δεν αλλάξει άμεσα, όταν η έρευνα επαναληφθεί σε μερικά χρόνια, η συλλογική υπερηφάνεια που συναντήσαμε για όσα κατάφεραν οι πολίτες και οι τοπικές κοινωνίες θα έχει δώσει τη θέση της στην απογοήτευση. Και τότε, η ευθύνη δεν θα βαραίνει τους πολίτες, αλλά την πολιτεία που αδιαφόρησε, που δεν είδε και δεν άκουσε» τονίζει σχολιάζοντας τη νέα έκθεση του Ιδρύματος Χάινριχ Μπελ σε συνεργασία με την ΚΟΙΝΣΕΠ Electra Energy αναφορικά με την ποσοτική και ποιοτική αποτύπωση του αντίκτυπου των ενεργειακών κοινοτήτων στη χώρα μας.
«Μέσα από πραγματικές ιστορίες, παραδείγματα και συζητήσεις στο πεδίο, είδαμε πώς μπορούν να κινητοποιηθούν οι τοπικές κοινωνίες, να σταθούν στα πόδια τους και να συμβάλουν αποφασιστικά στην τοπική ανάπτυξη και στη δίκαιη ενεργειακή μετάβαση. Είδαμε όμως και κάτι ακόμη. Είδαμε πόσο καθοριστικό είναι το θεσμικό πλαίσιο – και πόσο ευάλωτες σε αυτό είναι οι αυθεντικές, ανοιχτές ενεργειακές κοινότητες. Ενα κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο μπορεί να δώσει τη δύναμη στις τοπικές κοινωνίες να πετύχουν μικρά και μεγάλα “θαύματα”. Ενα κακό θεσμικό πλαίσιο όμως, με διοικητικά εμπόδια και στρεβλώσεις, μπορεί να τις αποδυναμώσει πλήρως» σημειώνει ο ίδιος.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι οικονομικοί πόροι από τη δραστηριότητα των ενεργειακών κοινοτήτων και η εξοικονόμηση των χρημάτων από τη μείωση των λογαριασμών ρεύματος, της τάξης του 25%-35%, παραμένουν στις τοπικές κοινωνίες και αξιοποιούνται από τις ενεργειακές κοινότητες σε νέα έργα και από τα μέλη τους στην ενίσχυση του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Αυτά τα εγχειρήματα επιχειρούν να καταπολεμήσουν την ενεργειακή φτώχεια και παράλληλα καλλιεργούν την επιχειρηματική καινοτομία, καθώς τα μέλη τους δεν αγοράζουν ενέργεια αλλά συν-επενδύουν, κατέχουν και ωφελούνται από τις παραγόμενες υπηρεσίες. Στα θετικά στοιχεία, η ενδυνάμωση των πολιτών για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης και η ανακατεύθυνση πόρων, που μέχρι πρότινος διοχετεύονταν στην προμήθεια ενέργειας προερχόμενης κυρίως από ορυκτά καύσιμα.
Οι αλλαγές ωστόσο που επιφέρουν οι κοινότητες παραμένουν περιορισμένες, καθώς είθισται να ενισχύουν την κοινωνική συνοχή όταν υποστηρίζονται από κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο. Στην Ελλάδα αποθαρρύνονται από εξωγενείς παράγοντες, όπως ενδεικτικά καταγράφονται: οι συχνές αλλαγές και καθυστερήσεις επί του ρυθμιστικού πλαισίου, το ζήτημα του κορεσμένου ηλεκτρικού χώρου, ο αποκλεισμός των κοινοτήτων από πολιτικές που θα «ξεκλείδωναν» νέα πεδία δραστηριοποίησης, όπως για παράδειγμα προγράμματα εξοικονόμησης ενέργειας.
Τέλος, στην έκθεση αναφέρεται ότι η εθελοντική προσφορά των μελών και οι έμμισθες θέσεις εργασίας είναι περιορισμένες. Γι’ αυτόν τον λόγο προτείνεται η πρόβλεψη επιδοτούμενων θέσεων με στόχο την υλοποίηση δράσεων και την παρακολούθηση των αποτελεσμάτων από τις ίδιες τις κοινότητες.
Όλη η έκθεση έχει ως εξής:
