Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΣΥΜΗ

Η πρώτη εικόνα της Σύμης είναι πάντα εντυπωσιακή. Μόλις το καράβι μπαίνει αργά στο λιμάνι του Γιαλού, ο νεοφερμένος επισκέπτης έρχεται μπροστά σε ένα σκηνικό που μοιάζει να έχει σταματήσει στον χρόνο. Πολύχρωμα νεοκλασικά, σπίτια χτισμένα αμφιθεατρικά, δίνουν την εντύπωση μιας βουτιάς μέσα στη ζωντανή Ιστορία. Αλλά το ίδιο αυτό σκηνικό, που κάποτε έδινε την αίσθηση γαλήνης, πλέον μέσα στην καρδιά της σεζόν αναστενάζει κάθε μεσημέρι από την τουριστική πίεση. Χιλιάδες ημερήσιοι επισκέπτες, κυρίως από τη Ρόδο, αποβιβάζονται για μερικές ώρες στο νησί, γεμίζουν τα σοκάκια του Γιαλού, κάνουν μια γρήγορη βουτιά και αποχωρούν αφήνοντας πίσω τους σκουπίδια, συμφόρηση και ένα νησί εξουθενωμένο.

Ο υπερτουρισμός στη Σύμη δεν είναι νέο φαινόμενο, καθώς δέχεται περίπου 500.000 ημερήσιους επισκέπτες τον χρόνο αλλά φέτος, πρώτη φορά, ο δήμος συζητά να βάλει ένα ελάχιστο τέλος τρία ευρώ για τους ημερήσιους επισκέπτες. Σύμφωνα με τον δήμαρχο Σύμης, Λευτέρη Παπακαλοδούκα, τα έσοδα από το τέλος θα διοχετεύονται αποκλειστικά σε υπηρεσίες καθαριότητας, συντήρηση υποδομών, διαχείριση απορριμμάτων και ενίσχυση των δημοτικών υπηρεσιών. Πρόκειται, τονίζει, για μια αναγκαία ανάσα για έναν δήμο που δεν έχει τα μέσα να ανταποκριθεί σε τόσο έντονη εποχική επιβάρυνση.

Στο ίδιο μήκος κύματος εμφανίζονται και οι νησιωτικοί δήμοι της Ιθάκης και των Παξών στα Επτάνησα που υποφέρουν από παρόμοια προβλήματα. Πάντως, πηγές των συναρμόδιων υπουργείων Εσωτερικών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, στις οποίες απευθύνθηκε η «Εφ.Συν.», ξεκαθαρίζουν ότι δεν τους έχει υποβληθεί ακόμη καμία επίσημη πρόταση σχετικά με το τέλος, το ύψος του και τον τρόπο χρήσης των πιθανών πόρων από την αυτοδιοίκηση.

«Δημόσιες τουαλέτες»

Μια επίσκεψη στη Σύμη στα τέλη Ιουλίου και τις αρχές Αυγούστου στάθηκε η καλύτερη αφορμή για να συνομιλήσουμε με ντόπιους και επιχειρήσεις. «Το καλοκαίρι δεν προλαβαίνουμε να πάρουμε ανάσα. Το νησί δεν έχει ούτε τις υποδομές ούτε το προσωπικό να εξυπηρετήσει τόσες χιλιάδες ανθρώπους κάθε μέρα», λέει ο Β., υπάλληλος καθαριότητας στον δήμο.

«Γίναμε… Πειραιάς» ακούμε από αλλού. Η Αννα είναι ιδιοκτήτρια μιας από τις παλιότερες ταβέρνες στον Γιαλό, θεωρεί ότι δεν θα λύσει κάποιο πρόβλημα το τέλος και αποτυπώνει μια μελανή εικόνα που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα ειδυλλιακά καρτ ποστάλ: «Εχουμε γίνει σαν δημόσιες τουαλέτες για τους επισκέπτες από τα ημερήσια πλοία. Ερχονται, λερώνουν και φεύγουν. Το νησί έχει γεμίσει και με ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα που είναι παντού και ο Γιαλός έχει συμφόρηση σαν το κέντρο κάποιας μεγαλούπολης. Εσείς πάτε στο κέντρο της Αθήνας χωρίς λόγο; Δεν γίνεται να έρχονται 3.000 κάθε μέρα με 10 καράβια. Κάποιοι μένουν μόνο για μία ώρα. Αυτό δεν γίνεται για μας, αλλά για κάποιους εφοπλιστές», λέει στην «Εφ.Συν.».

«Δεν το πιστεύω το τέλος, απλά ακούσαμε κάτι από την Ιταλία και την Ισπανία», ακούμε από τον Αλέξανδρο που παραθερίζει κάθε καλοκαίρι στη Σύμη αλλά κατάγεται από την Κω. Οπως αναφέρει, η Σύμη χρειάζεται πολλές υποδομές σε ύδρευση και αποχέτευση, ενώ η κατάσταση στην ιατρική περίθαλψη παραμένει τραγική με αγροτικούς γιατρούς να έρχονται με το ζόρι και τις θέσεις να καλύπτονται συχνά από οπλίτες-γιατρούς που υπηρετούν τη θητεία τους. «Φοβάμαι να μην αρρωστήσω», μας λέει ο Ετορε Ιταλός συνταξιούχος που έχει αγοράσει σπίτι στη Σύμη και περνάει αρκετούς μήνες στο νησί εδώ και 20 χρόνια.

Ο Δημήτρης είναι καθηγητής με καταγωγή από το νησί και θεωρεί ότι πλέον το πρόβλημα δεν είναι η προβολή της Σύμης όπως τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, αλλά ο υπερτουρισμός. «Βλέπουμε τις συνέπειες και δεν μας αρέσουν. Καλό το ειδικό τέλος, αλλά να θυμίσω ότι ο δήμαρχος εξελέγη πρώτη φορά το 2002 λέγοντας ότι η θάλασσα στο λιμάνι του Γιαλού βρομάει. Μετά από 23 χρόνια ακόμα βρομάει και απαιτείται βιολογικός καθαρισμός και άλλες υποδομές», καταλήγει.

Για την Αλμα ημερήσια επισκέπτρια από τη Σουηδία η εικόνα ήταν εξίσου απογοητευτική: «Είχα ακούσει τόσα για τη Σύμη άλλα ήρθα και είδα μόλυνση και σκουπίδια. Πρέπει να προστατέψουν το περιβάλλον βέβαια φταίμε κι εμείς οι τουρίστες. Δεν είμαι και η… Γκρέτα Τούνμπεργκ, αλλά εάν μου έλεγαν να πληρώσω ένα τέλος για το περιβάλλον θα το έκανα», τονίζει. «Το τέλος είναι απλώς ένα εργαλείο. Αν δεν συνοδευτεί από πραγματικό σχεδιασμό, όριο επισκεψιμότητας, ρύθμιση των πλοίων και των ενοικιαζόμενων οχημάτων, ενίσχυση της τοπικής ζωής, τότε είναι απλώς ένα εισιτήριο χωρίς προορισμό», μας λέει μέλος της Ομοσπονδίας Δωδεκανησιακών Σωματείων με καταγωγή από τη Σύμη που εδώ και χρόνια ζει στον Πειραιά.

«Διάβρωση»

Στο Χωριό, τον άλλο οικισμό της Σύμης που για να φτάσει κανείς με τα πόδια πρέπει να ανέβει εκατοντάδες σκαλοπάτια και δεν φτάνει παντού αυτοκίνητο, όπως στην Υδρα, έχει αρχίσει να εμφανίζεται το φαινόμενο του gentrification. Ολόκληρες γειτονιές μετατρέπονται σε Airbnb και άλλα ενοικιαζόμενα με ιδιοκτήτες συνήθως από το εξωτερικό την ώρα που οι Συμιακοί κάτοικοι ή οι Ελληνες κληρονόμοι αποχωρούν ή δεν μπορούν να αντέξουν το κόστος συντήρησης των διατηρητέων νεοκλασικών σπιτιών και αναγκάζονται να τα πουλήσουν ή να τα παραχωρήσουν για τουριστική εκμετάλλευση. Την ίδια ώρα, οι υποδομές στο Χωριό βρίσκονται σε ακόμη χειρότερη μοίρα από εκείνες του Γιαλού με το νερό από τη «γερασμένη» πια μονάδα αφαλάτωσης να φτάνει στα σπίτια τρεις φορές την εβδομάδα και τις υπόλοιπες ημέρες να καλύπτονται από στέρνες ή δεξαμενές.

Ο τουρισμός είναι η κύρια πηγή εσόδων για τη Σύμη και κανείς δεν το αρνείται. Ωστόσο, η σημερινή του μορφή μοιάζει με δίκοπο μαχαίρι: φέρνει οικονομική αναζωογόνηση, αλλά σιγά σιγά «καταστρέφει» τον ίδιο τον τόπο που υπόσχεται να αναδείξει.