ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ναταλί Χατζηαντωνίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δύο φορές σείστηκε προχθές η κατάμεστη αίθουσα του Ωδείου της πόλης στη διάρκεια της τελετής απονομής των βραβείων του 48oυ Διεθνούς Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας: την πρώτη από το σύνθημα «Λευτεριά στην Παλαιστίνη» και τη δεύτερη από «γιούχα» σε βάρος του υφυπουργού Πολιτισμού Ιάσονα Φωτήλα. Απ’ αυτή την άποψη η «πρωτιά» στο τιμόνι του φεστιβάλ του νέου καλλιτεχνικού του διευθυντή Γιώργου Αγγελόπουλου έγινε με αρκετά…εκρηκτικούς όρους, στην τελετή τουλάχιστον που ανέδειξε μεγάλο νικητή και αποδέκτη του Χρυσού Διονύσου τον Νεριτάν Ζιντζιρία, για την ταινία του «Noi» με ήρωα ένα αγόρι (που προσπαθεί να «δαμάσει» την οργή του για τον θάνατο του μεγάλου του αδερφού) και ένα άλογο (αυτό που σκότωσε τον αδελφό του μικρού). Ο σκηνοθέτης ξεχώρισε, όπως ανέφερε το σκεπτικό της κριτικής επιτροπής, «για την άγρια και τρυφερή ματιά του, τις λιτές και ταυτόχρονα τολμηρές του επιλογές, που οδηγούν μυσταγωγικά τον θεατή στον πυρήνα της ανθρώπινης εμπειρίας».

Το πρώτο ηχηρό στιγμιότυπο συνέβη όταν ο γνωστός σκηνοθέτης, ηθοποιός, σεναριογράφος και δραματουργός Αντώνης Τσιοτσιόπουλος ανέβηκε στη σκηνή εκπροσωπώντας πρωτοβουλία δημιουργών για τη Γάζα για να ζητήσει «να στρέψουμε το βλέμμα μας πέρα από την τέχνη, σε έναν λαό που αναζητά ζωή, δικαιοσύνη και ελευθερία», να μιλήσει για τον απόπλου του σκάφους «Οξυγόνο» και της ελληνικής αποστολής του March to Gaza από τη Σύρο και να καταλήξει:

«Τα λιμάνια μας και τα νησιά μας δεν θέλουμε να είναι ανέμελοι τουριστικοί προορισμοί για γενοκτόνους, αλλά φάροι αλληλεγγύης κι ελπίδας. Ολα τα μάτια στη Γάζα, όλα τα μάτια στον στόλο του Flotilla». Τότε η αίθουσα σείστηκε από χειροκροτήματα και συνθήματα υπέρ της Παλαιστίνης. Το παλαιστινιακό ζήτημα βέβαια δεν ήταν παρόν μόνο στα λόγια του Τσιοτσιόπουλου αλλά και σ’ αυτά σχεδόν όλων όσοι ανέβαιναν στη σκηνή είτε για να δώσουν είτε για να παραλάβουν βραβείο. Να ξεχωρίσουμε την παρέμβαση του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Παναγιώτη Ευαγγελίδη, μέλους της φετινής κριτικής επιτροπής, που καταχειροκροτήθηκε όταν διάβασε την επιστολή των Film Workers for Palestine, προειδοποιώντας στο τέλος ότι «βρισκόμαστε σε μια εποχή που το μπάτζετ για τον πολιτισμό πέφτει κάθετα και τα χρήματα πηγαίνουν σε στρατιωτικές δαπάνες», αλλά κι ότι «η τέχνη έχει σχέση με την ηθική, την αισθητική, την ομορφιά και τη δικαιοσύνη».

Η «υποδοχή» των ισχυρισμών του υφυπουργού Πολιτισμού

Το δεύτερο στιγμιότυπο καταγράφηκε όταν ο υφυπουργός Πολιτισμού Ιάσων Φωτήλας ανέβηκε στη σκηνή για να απονείμει το μεγάλο βραβείο της διοργάνωσης, τον Χρυσό Διόνυσο, στον Νεριτάν Ζιντζιρία για την ταινία του «Noi» και με αυτή την αφορμή να δευτερολογήσει. Είχε προηγηθεί η αρχική του ομιλία-ύμνος στην κινηματογραφική πολιτική που εφαρμόζουν η κυβέρνηση Μητσοτάκη, το ΥΠΠΟ και το ΕΚΚΟΜΕΔ, επιμένοντας ότι «τα νούμερα είναι ξεροκέφαλα κι αμείλικτα», ότι «ποτέ άλλοτε μεταπολιτευτικά δεν δόθηκαν περισσότερα χρήματα για το ελληνικό σινεμά», ότι «την περίοδο 2019-2025 χρηματοδοτήθηκαν 1.015 έργα με ποσό 228.880 εκατομμύρια, ενώ ιδιώτες έχουν συμβάλει με 555 εκατομμύρια ευρώ» και ότι παρατηρείται «άνθηση στον κλάδο καθώς όλο και περισσότεροι διεθνείς κινηματογραφικοί οργανισμοί επιλέγουν τη χώρα μας για να πραγματοποιήσουν τις παραγωγές τους».

Φρένο βέβαια σ’ αυτές τις αυτο-εξυμνητικές επισημάνσεις που κατέληξαν στην τεχνοκρατική παρατήρηση για το πόσο «τεράστιο αναπτυξιακό εργαλείο» είναι ο κλάδος και πόσο ωφελούνται ο τουρισμός και η προβολή της χώρας μας στο εξωτερικό απ’ όλα αυτά, έβαλαν ουκ ολίγοι δημιουργοί, όπως οι σκηνοθέτες Αγγελος Φραντζής («ωραία τα νούμερα που μας είπατε αλλά δυστυχώς δεν ανταποκρίνονται σε ό,τι ισχύει») και Κωστής Θεοδοσόπουλος και οι ηθοποιοί Μαρία Καλλιμάνη και Αρης Μπαλής που του θύμισαν τις πραγματικές δεινές οικονομικές συνθήκες για το ελληνικό σινεμά, όπως τις έχει αναφέρει η πρωτοβουλία «Σινεμά στην Ελλάδα-Ορατότης Μηδέν». Εξ ου και η δευτερολογία του υφυπουργού που αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι δεν εννοούσε πως και τα 230 εκατ. πήγαν στον ελληνικό κινηματογράφο και στα επιλεκτικά προγράμματα (όσα υπάγονται στις αρμοδιότητες του πρώην ΕΚΚ), αλλά ότι «δόθηκαν 230 εκατ. από την πολιτεία για να στηρίξουν Ελληνες αλλά και να προσελκύσουν μεγάλες ξένες παραγωγές». Ως προς την καταγγελία της Πρωτοβουλίας «Ορατότης Μηδέν» για τα τεράστια χρέη του ΕΚΚΟΜΕΔ προς Ελληνες και ξένους παραγωγούς και κινηματογραφιστές, ο υφυπουργός προέταξε ότι ο φορέας «έχει αποπληρώσει 72 εκατ. ευρώ». Και τέλος, φρόντισε να κάνει κι ένα μάθημα σε όσους διαμαρτύρονταν: «Στην Ελλάδα», είπε «είμαστε πολύ δυνατοί στην τέχνη, αλλά δεν χρειάζεται ν’ αναγάγουμε και το κλάμα σε τέχνη». Τότε η αίθουσα σείστηκε από «γιούχα» εναντίον του.

Παρότι εκνευρισμένος, δεν πτοήθηκε ωστόσο ο κ. Φωτήλας: «Να έρχεσαι σ’ ένα φεστιβάλ που του δίνεις 300 τόσες χιλιάδες ευρώ τον χρόνο, σε μια πόλη που θα της δώσεις εκατομμύρια, για να ακούς «ουου» δεν είναι και το καλύτερο», παρατήρησε, σε μια επίδειξη υπεροψίας, «πολιτικαντισμού» και κυρίως ιδιοκτησιακής σχέσης με το κρατικό χρήμα οι αποδέκτες του οποίου, ακόμα κι αν το δικαιούνται, οφείλουν προφανώς να είναι και ευγνώμονες και… καλά και ήσυχα παιδιά.

Ο καίριος, νηφάλιος Ζιντζιρία

Αντιστοίχως όμως δεν πτοήθηκε και το κοινό. Αντίθετα ο κ. Φωτήλας έλαβε «πληρωμένη» απάντηση από τον μεγάλο νικητή της βραδιάς Νεριτάν Ζιντζιρία, που παραλαμβάνοντας τον Χρυσό Διόνυσό του έδειξε τη 10μελή ομάδα των συνεργατών του και του είπε: «Είναι λίγο άχαρο αλλά αυτό που έγινε μόλις είναι δυστυχώς χαρακτηριστικό της στρατηγικής σας. Δεν ακούτε. Αυτοί είναι οι συνεργάτες μου κι εξακολουθούν, μετά από τόσα εκατομμύρια που υποστηρίζετε ότι δόθηκαν, να εργάζονται με τον ιδρώτα τους. Διότι δεν θα είχε γίνει αυτή η ταινία αν δεν υπήρχε πίστη κι επιμονή στο όνειρο. Ζητάμε υποστήριξη όχι για λόγους καπρίτσιου ή γιατί φαντασιωνόμαστε να είμαστε σκηνοθέτες, αλλά γιατί το σινεμά είναι το ιερότερο καλλιτεχνικό γεγονός. Περιλαμβάνει μέσα στην ίδια του τη φύση τη συνεργατικότητα. Η «Ορατότης Μηδέν» θέτει ζητήματα με την αίσθηση του κατεπείγοντος κι ελπίζει σε ευήκοα ώτα πριν να είναι αργά».

Με τη νηφάλια ειπωμένη αλλά καίρια διαπίστωση του ταλαντούχου, αλβανικής καταγωγής σκηνοθέτη που ζει κι εργάζεται στην Ελλάδα αλλά και στα Βαλκάνια γενικώς και, δουλεύοντας σε αντίξοες (και οικονομικά) συνθήκες, κατορθώνει να κάνει μια εξαιρετική πορεία που έφερε και τον δεύτερο Χρυσό Διόνυσο (μετά το «Χαμομήλι» του 2012), το περιστατικό έληξε.