Ψηφίστηκε από την κυβερνητική πλειοψηφία (και από τους ακροδεξιούς της γαλάζιας πολυκατοικίας) η ντροπολογία του ιού Πλεύρη για την τρίμηνη αναστολή υποβολής αιτήσεων χορήγησης ασύλου σε μετανάστες που εισέρχονται στη χώρα από τη Βόρεια Αφρική, παρά τις ενστάσεις για αντισυνταγματικότητα.
Το άσυλο, που τόσο ενοχλεί την κυβέρνηση, είναι λέξη ελληνική, αρχαία μάλιστα. Προέρχεται από το ρήμα «συλώ», που είναι ομηρικό και σήμαινε αρχικά «αφαιρώ τα όπλα από σκοτωμένον εχθρό, λαφυραγωγώ»· για παράδειγμα, στη ραψωδία Ο της «Ιλιάδας» ο Εκτορας καλεί τους άλλους Τρώες να τρέξουν κοντά σε έναν σκοτωμένο «μή μιν Ἀχαιοὶ τεύχεα συλήσωσι», για να προλάβουν μην του πάρουν οι Αχαιοί τα όπλα, ενώ στη συνέχεια πήρε και τη γενικότερη σημασία «αφαιρώ, αρπάζω». Το ρήμα διατηρείται ακόμα, ιδίως για αρχαίους τάφους, όπου μεγάλη τύχη θα είναι να βρεθεί κανείς ασύλητος, ενώ βέβαια υπάρχει και ο ιερόσυλος.
Ασυλος στα αρχαία ήταν ο τόπος ο ιερός και απαραβίαστος ή ο άνθρωπος ο προστατευμένος και ασφαλής· υπήρχαν ορισμένοι ναοί που έδιναν ασυλία σε όποιον ικέτη κατέφευγε εκεί, όπως ήταν στην Αθήνα ο ναός της Πολιάδος Αθηνάς στην Ακρόπολη – και ξέρουμε ότι όταν οι Αλκμεωνίδες παραβίασαν το άσυλο και σκότωσαν τους (πραξικοπηματίες) οπαδούς του Κύλωνα, αυτό θεωρήθηκε άγος.
Από τα αρχαία ελληνικά η λέξη πέρασε στα λατινικά και από εκεί στις ευρωπαϊκές γλώσσες (γαλλ. asile, αγγλ. asylum), όπου και πήρε νεότερες ιδιαίτερες σημασίες, που επανέκαμψαν και στα ελληνικά ως είδος σημασιακού αντιδανείου. Ετσι, άσυλο είναι ο χώρος στον οποίο η πολιτεία δεν δικαιούται να επέμβει χωρίς ειδική άδεια (το άσυλο της κατοικίας, το πανεπιστημιακό άσυλο), αλλά και η προστασία που παρέχεται σε κάποιον που διώκεται (π.χ. πολιτικό άσυλο). Κατ’ επέκταση, άσυλο ονομάζεται και φιλανθρωπικό ίδρυμα που έχει σκοπό την περίθαλψη ατόμων που είναι ανίκανα να συντηρήσουν τον εαυτό τους – π.χ. άσυλο ανιάτων. Και αυτή η έννοια μας ήρθε από τα γαλλικά.
Οταν οι Σπαρτιάτες καταδίκασαν σε θάνατο τον στρατηγό Παυσανία, τον νικητή των Πλαταιών, επειδή υποψιάζονταν ότι είχε συνεννοήσεις με τους Πέρσες και ετοιμαζόταν να προδώσει, εκείνος κατέφυγε στον ναό της Χαλκιοίκου Αθηνάς, που εθεωρείτο άσυλο. Για να μην το παραβιάσουν, οι Σπαρτιάτες χτίσανε την πόρτα του ναού και άνοιξαν τη στέγη του, αφήνοντας τον έγκλειστο να πεθάνει απ’ το κρύο και την πείνα. Λέγεται μάλιστα ότι την πρώτη πέτρα την έβαλε η μητέρα του Παυσανία, η Θεανώ. Ωστόσο, η θεά Αθηνά εξοργίστηκε από την παραβίαση του ασύλου της ή τουλάχιστον έτσι γνωμάτευσε το Μαντείο των Δελφών.
Η σημερινή κυβέρνηση, που ήδη κατάργησε το πανεπιστημιακό άσυλο, δεν έχει τέτοιους ενδοιασμούς. Αλλά οι απελπισμένοι, οι κυνηγημένοι, που φεύγουν από μέρη που σπαράσσονται από πολέμους και από την πείνα, δεν θα σταματήσουν να έρχονται· μόνο κέρδος του υπουργού, τα ψηφαλάκια από τους ξενόφοβους.
