Δύο είναι οι μείζονες συγκρούσεις που απασχολούν την αμερικανική ηγεσία από την πρώτη μέρα που ανέλαβε ο Ντόναλντ Τραμπ την προεδρία: Η πρώτη είναι ο πόλεμος στην Ουκρανία και η δεύτερη ο πόλεμος στη Γάζα.
Στο μέτωπο της Ουκρανίας, ο πρόεδρος των ΗΠΑ άλλαξε το περιεχόμενο του τελεσιγράφου του προς τον Ρώσο πρόεδρο, Βλαντιμίρ Πούτιν, για την κήρυξη κατάπαυσης του πυρός στην Ουκρανία. Από τις αρχικά 50 ημέρες, το χρονικό περιθώριο περιορίστηκε στις 10 ημέρες, αποκαλύπτοντας μια αιφνίδια αυστηροποίηση κι αλλαγή στρατηγικής της αμερικανικής ηγεσίας.
Στο μέτωπο της Γάζας, ο Ντόναλντ Τραμπ επίσης φαίνεται ότι αυστηροποιεί τη στάση του προς την ισραηλινή ηγεσία, δεχόμενος τόσο πιέσεις από την πρόθεση της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου να προβούν σε αναγνώριση του Κράτους της Παλαιστίνης στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο, όσο κι από τον πυρήνα της βάσης των Ρεπουμπλικάνων, που μετά από δύο χρόνια πολέμου κι αιματοχυσίας ζητούν τερματισμό των εχθροπραξίων και προώθηση ενός σχεδίου μετάβασης σε μια νέα πραγματικότητα στη Γάζα.
Εκεί όπου η παρέμβαση των ΗΠΑ πέτυχε
Σε καμία από τις δύο περιπτώσεις, ούτε στην περίπτωση της Ουκρανίας, ούτε στην περίπτωση της Γάζας, οι ενέργειες διαμεσολάβησης της αμερικανικής διοίκησης έχουν αποδώσει καρπούς. Αντίθετα, σε άλλες εμπόλεμες ζώνες, η πίεση των ΗΠΑ έχει οδηγήσει σε κατάπαυση του πυρός, όπως για παράδειγμα στη σύγκρουση μεταξύ της Ρουάντας και της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (ΛΔΚ), την οποία υπέγραψαν οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών στην Ουάσιγκτον στις 27 Ιουνίου.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ ισχυρίστηκε ακόμη ότι έδρασε διπλωματικά και με επιτυχία στο ζήτημα της επίτευξης εκεχειρίας μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν τον περασμένο Μάιο, έπειτα από σφοδρές μάχες που ξέσπασαν στο Κασμίρ ως συνέχεια της επίθεσης στην περιοχή ομάδας ανταρτών που φαίνεται ότι υποστηρίζεται από το Ισλαμαμπάντ. Παράλληλα, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι είχε ασκήσει πίεση προς τους πολιτικούς ηγέτες της Καμπότζης και της Ταϊλάνδης να διαπραγματευτούν μια εκεχειρία, κάνοντας έναν σαφή παραλληλισμό με τη σύγκρουση μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν.
Στις παραπάνω τρεις περιπτώσεις, τα σχέδια εκεχειρίας προχωρούν αποτελεσματικά. Και στην περίπτωση του πολέμου στη Γάζα, η αμερικανική διοίκηση είχε προωθήσει ένα σχέδιο κατάπαυσης του πυρός το περασμένο Ιανουάριο, το οποίο ωστόσο κατέρρευσε δύο μήνες αργότερα, με τις ισραηλινές επιθέσεις να έχουν κλιμακωθεί έκτοτε, αυξάνοντας συνεχώς τον αριθμό τον νεκρών αμάχων από την πλευρά των Παλαιστίνιων. Μια βραχύβια εκεχειρία τηρήθηκε επίσης στην Ουκρανία τον περασμένο Απρίλιο, ωστόσο οι συγκρούσεις ξεκίνησαν και πάλι.
Αποτυχία σε Ουκρανία και Γάζα
Τι ακριβώς συμβαίνει και βλέπουμε διαφορετικά αποτελέσματα στην άσκηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στο πεδίο των συγκρούσεων; Γιατί οι ΗΠΑ δεν καταφέρνουν να προωθήσουν με επιτυχία και συνέπεια τις πολιτικές τους σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, ιδιαίτερα σε εκείνες που παρουσιάζουν τις πιο ευαίσθητες και σύνθετες γεωπολιτικές διαστάσεις, όπως στην Ουκρανία και τη Γάζα;
Βάζουμε τρεις παράγοντες που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στο διάλογο και τον προβληματισμό. Ο πρώτος παράγοντας μπορεί να είναι το εύρος της επιρροής των ΗΠΑ. Αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στη σύγκρουση Ρουάντας-ΛΔΚ, Ινδίας-Κασμίρ και Καμπότζης-Ταϊλάνδης, όπου ο πρόεδρος των ΗΠΑ ασκεί αδιαμφισβήτητη επιρροή στις αντιμαχόμενες πλευρές, στην περίπτωση του πολέμου στην Ουκρανία η επιρροή (και πίεση) που ασκείται αφορά περισσότερο τον Ουκρανό πρόεδρο. Αυτή η επιρροή και παράλληλα η ανάγκη της Ουκρανίας να βρει «πατήματα» και στήριξη στις ΗΠΑ οδήγησε σε μια συμφωνία Ουάσιγκτον-Κιέβου για κατάπαυση του πυρός 30 ημερών, μόλις δύο εβδομάδες μετά την περίφημη διαμάχη on camera του Ντόναλντ Τραμπ και του Βολοντίμιρ Ζελένσκι στο Οβάλ Γραφείο. Στην άλλη πλευρά όμως, ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν έχει αποδεχτεί κάποια συμφωνία, με την απειλή κυρώσεων της αμερικανικής διοίκησης προς το Κρεμλίνο να μην έχει υλοποιηθεί και η στάση της Ρωσίας να παραμένει ίδια κι απαράλλαχτη στο βάθος των μηνών.
Ο δεύτερος παράγοντας ίσως έχει να κάνει με το επίπεδο πολυπλοκότητας των αμερικανικών συμφερόντων. Τα διακυβεύματα στις διμερείς σχέσεις των ΗΠΑ και με τη Ρωσία και με το Ισραήλ είναι πολύ μεγαλύτερα σε σύγκριση με τις προαναφερθείσες τρεις συγκρούσεις. Για τη σχέση με τη Ρωσία, με δεδομένη την παράλληλη, ανοικτή επικοινωνία και συνεργασία Μόσχας-Πεκίνου για ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος στην Κεντρική κι Ανατολική Ασία, η αμερικανική πλευρά δεν επιθυμεί μεγαλύτερη πίεση προς τη Μόσχα από εκείνη που μπορεί ή θα ήθελε να υλοποιήσει, κρατώντας ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας. Οι παράλληλες, σύνθετες και κάποιες φορές αλληλοεπικαλυπτόμενες σφαίρες επιρροής απαιτούν λεπτό χειρισμό για να τηρούνται οι ισορροπίες και να γίνονται αποδεκτές, έστω και σιωπηλά, οι προτεραιότητες των μεγάλων γεωπολιτικών δρώντων.
Ομοίως, τα συμφέροντα της αμερικανικής διοίκησης στη Μέση Ανατολή, όπως το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν ή οι σχέσεις με τους συμμάχους στον Περσικό Κόλπο, ασκούν πιέσεις στη συμμαχία με το Ισραήλ. Ο Ντόναλντ Τραμπ πρέπει επίσης να σταθμίσει προσεκτικά τον αντίκτυπο οποιασδήποτε κίνησης κατά ή υπέρ του Ισραήλ και στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικάνων και σε σχέση με επιμέρους λόμπι συμφερόντων, με τα εθνικά συμφέροντα, αλλά και με τα συμφέροντα μεγάλων αμερικανικών εταιριών.
Ο τρίτος παράγοντας ενδέχεται να αφορά και την πολυπλοκότητα μιας λύσης. Οι διμερείς σχέσεις Ρουάντας-ΛΔΚ, Ινδία-Κασμίρ και Καμπότζης-Ταϊλάνδης μπορούν να επιστρέψουν στην κατάσταση πριν από τις πρόσφατες συγκρούσεις τους (status quo ante), χωρίς αυτό να επιλύει τα υποκείμενα ζητήματα, αλλά να επαναφέρει τις σχέσεις τους σε μια βάση μη βίαιης αστάθειας, αποκλείοντας κλιμάκωση της σύγκρουσης με ένοπλα μέσα. Επίσης, είναι προς το συμφέρον των εμπλεκόμενων μερών να κάνουν ένα βήμα πίσω, με αποτέλεσμα η «επένδυση» που απαιτείται από έναν εξωτερικό διαμεσολαβητή για τον τερματισμό της σύγκρουσης, όπως οι ΗΠΑ, να είναι και περιορισμένη σε έκταση και παράλληλα σχετικά άμεσα αποδοτική.
Δεν φαίνεται να συμβαίνει το ίδιο όμως σε πολύπλοκες συγκρούσεις, στις περιπτώσεις της Ουκρανίας και της Γάζας, καθότι εκεί απαιτείται πολύ μεγαλύτερη δέσμευση και ενέργεια, όπως και μεγαλύτερη προσοχή στη λεπτομέρεια και στη διατύπωση της κάθε πρότασης. Αμφότερες οι συγκρούσεις σε Ουκρανία και Γάζα βρίσκονται σε ένα στάδιο όπου η επιστροφή στην προγενέστερη κατάσταση δεν είναι προς το συμφέρον των εμπλεκόμενων μερών, των εξωτερικών διαμεσολαβητών ή των υποστηρικτών τους. Η ώθηση των αντιμαχόμενων μερών προς μια συμφωνία υπό αυτές τις συνθήκες απαιτεί μια καλά σχεδιασμένη διαδικασία και, πολλές φορές, το κατάλληλο momentum όπου και οι δύο πλευρές είναι εξασθενημένες οικονομικά, πολιτικά ή/και στρατιωτικά.
Ειδικά για την περίπτωση της Γάζας, ο τρίτος αυτός παράγοντας φαίνεται να είναι και ο κρισιμότερος. Η πρόθεση Γαλλίας και Ηνωμένου Βασιλείου να αναγνωρίσουν το Κράτος της Παλαιστίνης, η κινητικότητα των αραβικών χωρών σε αυτό το θέμα όσο και η πίεση που ασκείται από τις ευρωπαϊκές κοινωνίες μεταφέρει αντίστοιχα πίεση και προς την Ουάσινγκτον, αλλά και προς το Τελ Αβίβ.
*Πολιτικός αναλυτής, project coordinator και υπεύθυνος χρηματοδοτικών προγραμμάτων στο ETERON – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή.
