Η επικείμενη συνάντηση Τραμπ-Πούτιν στην Αλάσκα, όσο κι αν φέρεται να είναι χαμηλών προσδοκιών, δεν είναι απλώς η διπλωματική επαφή δύο ηγετών. Στην πραγματικότητα, η διαμάχη για τον έλεγχο και την πρόσβαση σε σπάνιες γαίες –πρώτες ύλες ζωτικής σημασίας για το τεχνολογικό μέλλον– προσδίδει στο γεγονός αυτό μια νέα διάσταση που συνδέει άμεσα τον πόλεμο στην Ουκρανία με τον παγκόσμιο ανταγωνισμό ΗΠΑ–Κίνας.
Οι σπάνιες γαίες είναι ένα σύνολο 17 χημικών στοιχείων που χρησιμοποιούνται με ολοένα μαζικότερο τρόπο στην καινοτόμο βιομηχανία της υψηλής τεχνολογίας. Χωρίς αυτές, η παραγωγή μπαταριών για ηλεκτρικά οχήματα, αισθητήρων για drones και ραντάρ, ανεμογεννητριών και ηλιακών πάνελ γίνεται απαγορευτικά δύσκολη. Η Κίνα ελέγχει περίπου το 85% της παγκόσμιας παραγωγής αυτών των μετάλλων, δημιουργώντας μια μονοπωλιακή θέση που έχει ανησυχήσει έντονα τις ΗΠΑ, ειδικά υπό το πρίσμα των τεχνολογικών συγκρούσεων των τελευταίων ετών (π.χ. εμπορικός πόλεμος, περιορισμοί σε κινεζικές εταιρείες όπως η Huawei)[1].
Η Ουκρανία κατέχει περίπου το 5% των παγκόσμιων αποθεμάτων σπάνιων γαιών, κυρίως σε περιοχές της ανατολικής χώρας όπου μαίνεται ο πόλεμος και οι οποίες ελέγχονται εν μέρει ή αμφισβητούνται από τη Ρωσία.
Η σημασία της Ουκρανίας δεν έγκειται μόνο στην ποσότητα, αλλά και στο γεωγραφικό της πλεονέκτημα — η παρουσία αυτών των πόρων στην καρδιά της Ευρώπης μπορεί να μετατρέψει την περιοχή σε εναλλακτικό κόμβο προμήθειας, απεξαρτώντας τις ΗΠΑ και την Ευρώπη από την κυριαρχία της Κίνας σε αυτόν τον τομέα.
Πάντως δε λείπουν και οι αντίθετες φωνές όπως αυτή του Jack Lifton, ο οποίος είναι εκτελεστικός πρόεδρος του Critical Minerals Institute, κι εμφανίζεται πολύ πιο καυστικός: «Αν θέλετε κρίσιμα ορυκτά, η Ουκρανία δεν είναι το μέρος για να τα αναζητήσετε. Είναι μια φαντασίωση», αμφισβητώντας έτσι την πραγματική στρατηγική αξία των ουκρανικών αποθεμάτων[2].
Ωστόσο, η πιθανή προσέγγιση Τραμπ – Πούτιν, αντανακλά την πεποίθηση των ΗΠΑ για τη σημασία αυτών των πόρων και την προσπάθεια τους να διαχειριστούν αυτό το πολύπλοκο σκηνικό προωθώντας πιθανές συνεργασίες. Μέσω μιας συμφωνίας που θα εξασφαλίζει πρόσβαση σε αυτούς τους πόρους χωρίς ανοιχτή σύγκρουση, οι ΗΠΑ προσπαθούν να θωρακίσουν την τεχνολογική τους αιχμή. Άλλωστε ήδη από τις 30 Απριλίου, σύμφωνα με τον ιστότοπο Politico, το Κίεβο ενέκρινε επίσημα τη δημιουργία του Αμερικανο-Ουκρανικού Ταμείου Επενδύσεων για την Ανασυγκρότηση, το οποίο θα χρηματοδοτείται ισόποσα από τις δύο πλευρές «μέσω αδιαφανών μηχανισμών», το οποίο θα διαχειρίζεται τα κέρδη από την εξόρυξη ορυκτών και την ενέργεια. Ας μη ξεχνάμε ότι η επιχείρηση ανοικοδόμησης των κατεστραμμένων οικονομιών μετά από πολέμους, είναι προσφιλής αμερικανική τακτική.
Η Ευρώπη από την άλλη, σημαδεμένη από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι το 2008, όταν ανακοινώθηκε η μελλοντική ένταξη Ουκρανίας και Γεωργίας στη συμμαχία, παραμένει καχύποπτη. Από τότε, κάθε ρωσική στρατιωτική κίνηση, από τον πόλεμο στη Γεωργία μέχρι την προσάρτηση της Κριμαίας, επιβεβαίωσε τον φόβο της ότι οι «κόκκινες γραμμές» του Πούτιν μεταφράζονται σε αναθεωρητισμό. Οι Ευρωπαίοι, ιδίως οι χώρες της Βαλτικής, η Πολωνία και η Φινλανδία δεν έχουν καμία εμπιστοσύνη στο Κρεμλίνο και θεωρούν ότι κάθε παραχώρηση εδαφών, ειδικά υπό πίεση, θα δημιουργήσει επικίνδυνο προηγούμενο και θα απειλήσει τα δικά τους σύνορα.
Παράλληλα, η συνοχή της Ε.Ε. έχει δεχθεί σοβαρό πλήγμα, καθιστώντας την ουσιαστικά αδύναμη να αντιδράσει. Η αμερικανική απαίτηση για αύξηση των αμυντικών δαπανών λειτουργεί ως ισχυρός μοχλός πίεσης στα χέρια του Τραμπ, ο οποίος αξιοποιεί την κατάσταση για να αποδυναμώσει την ευρωπαϊκή ενότητα. Με την τακτική του να διαπραγματεύεται ξεχωριστά με κάποιες χώρες-μέλη –ακόμη και σε ζητήματα όπως οι δασμοί– υπονομεύει την κοινή γραμμή, τροφοδοτεί εσωτερικούς ανταγωνισμούς και ενισχύει τα διχαστικά ρεύματα εντός της Ένωσης. Έτσι, οι ΗΠΑ αυξάνουν τη διαπραγματευτική τους ισχύ και προωθούν μεθοδικά τα δικά τους γεωστρατηγικά συμφέροντα αφήνοντας στην Ευρώπη το ρόλο του απλού παρατηρητή.
Άλλωστε, η επιλογή του Τραμπ να αποκλείσει την Ουκρανία από τη συνάντηση της Αλάσκας στέλνει ένα σαφές μήνυμα για το ποιοι θεωρούνται «χρήσιμοι συνομιλητές» σε αυτή τη φάση. Ο αποκλεισμός αυτός όχι μόνο περιορίζει τη δυνατότητα του Κιέβου να επηρεάσει τις εξελίξεις, αλλά και αναδεικνύει την τάση της Ουάσινγκτον να αναπροσαρμόζει τις διπλωματικές της προτεραιότητες με γνώμονα την εξυπηρέτηση άμεσων στρατηγικών στόχων, ακόμη κι αν αυτό δυσαρεστεί τους «συμμάχους» της.
Από την πλευρά της, η Ρωσία βλέπει στην εμπλοκή Τραμπ την ευκαιρία για να ενισχύσει τη θέση της στο παγκόσμιο παιχνίδι βγαίνοντας από την απομόνωση, να νομιμοποιήσει τον έλεγχο των κατεχόμενων εδαφών και να αποσπάσει πολιτικές και στρατιωτικές παραχωρήσεις από την Ουκρανία μέσω της συνεργασίας της με τις ΗΠΑ.
Άλλωστε η στάση του Τραμπ, δείχνει έναν ηγέτη που χειρίζεται την εξωτερική πολιτική με ρευστότητα, επιδιώκοντας να μεγιστοποιήσει το αμερικανικό όφελος κι να ενισχύσει την εικόνα του, αυτή τη φορά ως ειρηνοποιού.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Αλάσκα δεν είναι απλώς ένας χώρος συνάντησης αλλά ένα πεδίο όπου θα δοκιμαστούν οι νέες ισορροπίες της παγκόσμιας διπλωματίας. Η τακτική του Τραμπ, που συνδυάζει τη στρατηγική «διαίρει και βασίλευε», εκμετάλλευση της γεωπολιτικής αξίας των σπάνιων γαιών και ευελιξία στη διαχείριση ευαίσθητων θεμάτων, δείχνει ότι οι ΗΠΑ δεν εγκαταλείπουν το ρόλο του παγκόσμιου ηγεμόνα. Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι πώς ο Πούτιν διαβάζει αυτή την πρόκληση: αν θα επιλέξει να αξιοποιήσει τον ηγεμονισμό Τραμπ προς όφελός του, έστω με κάποιες υποχωρήσεις ή αν θα προβεί με αποφασιστικότητα στην εφαρμογή του δικού του σχεδίου, κερδίζοντας περισσότερες μάχες επί του πεδίου, εξασφαλίζοντας ένα πιο δυνατό διαπραγματευτικό χαρτί για το μέλλον.
1 Με στοιχεία από το διαδυκτιακό περιοδικό https://www.oryktosploutos.net/
2 https://www.worldenergynews.gr/
*Φοιτήτρια ΕΑΠ στο τμήμα Ευρωπαϊκές Σπουδές, Ιστορία, Κοινωνία, Πολιτισμός.
