Μία -και μάλλον η κορυφαία- ανταμοιβή που επιφύλασσαν οι καλοκαιρινές μου διακοπές ήταν η εμπειρία ενός διεθνούς σεμιναρίου λαϊκής και παραδοσιακής μουσικής στο ορεινό χωριό Μεσότοπος της Λέσβου στα τέλη Ιουλίου.
Δεν ήταν μόνο όσα εκπροσωπούν και (μπορούν να) προσφέρουν καταξιωμένοι δεξιοτέχνες-δάσκαλοι της λαϊκής και παραδοσιακής μουσικής όπως ο εκ Μεσοτόπου καταγόμενος Γρηγόρης Βασίλας (μπουζούκι), η Μάρθα Μαυροειδή (παραδοσιακά έγχορδα και τραγούδι), ο Γιώργος Νικόπουλος (λαϊκή κιθάρα και τραγούδι) και η Δέσποινα Σπανού (σαντούρι) – εξάλλου, από αυτά οι άμεσα ωφελημένοι ήταν οι μαθητές τους, μεταξύ των οποίων μαθητές των μουσικών σχολείων της Μυτιλήνης και της Καλλονής· ήταν κυρίως αυτά τα οποία ενέπνευσε και στα οποία έδωσε ζωή το Σεμινάριο στις 5 μέρες που διήρκεσε.
Ηταν τα μικρά γεγονότα, οι αυτοσχέδιες μουσικές βραδιές στην κεντρική πλατεία του χωριού, οι σχέσεις που αναπτύχθηκαν, η «χημεία» που ξεχείλισε και έγινε κοινωνικό γεγονός κι ένα ορεινό χωριό που μας αποκαλύφθηκε, σε μεγάλο βαθμό «αγνό» ακόμη από την τουριστική ισοπέδωση και την εμπορευματοποίηση.
Η αντιεξουσιαστική «φύση» της μουσικής
Η εμπειρία επαλήθευσε αυτό που είναι θεωρητικά γνωστό: αν ο λόγος ταξινομεί την επιστημονική γνώση αλλά και τους διαχωρισμούς, η μουσική μιλάει τη γλώσσα που ενώνει πέρα από κρατικά ή άλλα σύνορα (γλώσσες, φυλές, θρησκείες). Αυτή είναι η δύναμη της μουσικής, αστείρευτη όσο και τα βάθη από τα οποία αναβλύζει.
«Οι μουσικές ιδέες έρχονται αυτεπάγγελτα. Αυτό που τις προκαλεί είναι οι διαθέσεις του πνεύματος», έλεγε ο Μπετόβεν, αδυνατώντας να εξηγήσει με τα εργαλεία του λόγου τις πηγές της έμπνευσής του. Σε λαϊκή γλώσσα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για χάρισμα – που «ή το ’χεις ή δεν το ’χεις», όπως είπε θυμόσοφα κάποιος Μεσοτοπίτης. Καλή ώρα, αυτό το χάρισμα που μπορούσε κανείς να διακρίνει στους δασκάλους του σεμιναρίου αλλά και στα νεαρά μέλη αυτής της μικρής «κυψέλης» εκκολαπτόμενων μουσικών που φοιτούν στα μουσικά σχολεία της Λέσβου. Ή, ακόμη πιο εντυπωσιακό ίσως, το χάρισμα του εμπειρικού οργανοποιού παραδοσιακών οργάνων και σερβιτόρου σε ένα εκ των δύο παραδοσιακών καφενείων-μεζεδοπωλείων του χωριού, ο οποίος, χωρίς να του έχει δείξει κανείς την τέχνη, πειραματίζεται κατασκευάζοντας τζουράδες με σκάφος από κολοκύθα, μπουζούκι με σκάφος ηλεκτρικής κιθάρας κ.λπ. – όργανα καθ’ όλα αξιόπιστα και ποιοτικά κατά την κρίση των μουσικών, τα οποία φτιάχνει όχι για να εμπορευτεί αλλά «για τα φιλαράκια».
Πέρα από τους μουσικούς δημιουργούς όμως, η μουσική είναι μια παγκόσμια γλώσσα που μας αφορά όλους και όλες. Είναι η γλώσσα των μη συνειδητοποιούμενων αναγκών και παθών, που κωδικοποιεί σκέψεις και συναισθήματα τα οποία δεν μπορούν να εκφραστούν έλλογα, που κωδικοποιεί ένα «νόημα» βαθύ και αφανές, κρυμμένο, αλλά και ενεργό – απαιτητικό ταυτόχρονα, στον απέραντο κόσμο του ασυνείδητου, που έτσι μας βοηθάει να μιλήσουμε και να λυτρώσουμε αυτόν τον «ξένο» μέσα μας. Αν η προσωπικότητα έχει δομηθεί πάνω στον λόγο και «προστατεύεται» από άμυνες που έχουν οικοδομηθεί επίσης πάνω στον λόγο, με τη μουσική παρακάμπτουμε αυτές τις άμυνες και ανοίγουμε έναν δίαυλο επικοινωνίας, διαλόγου και λύτρωσης με τον «μέσα μας κόσμο» των απωθημένων αναγκών και επιθυμιών.
Να λοιπόν, σε αυτό το σημείο, πώς η μουσική έχει κάτι το εγγενώς αντιεξουσιαστικό: καθώς διαφεύγει από τους κανόνες του έλλογου, διαφεύγει και από τον έλεγχο της εξουσίας – και η εξουσία, είναι καλά γνωστό αυτό, απεχθάνεται ό,τι δεν μπορεί να κατανοήσει και επομένως να ελέγξει.
Ενας κόσμος εχθρικός στον νεοφιλελευθερισμό
Η μόλις υποκρυπτόμενη δυσανεξία και εχθρότητα, αν όχι απέχθεια, με την οποία η κυβέρνηση Μητσοτάκη αντιμετωπίζει τις μουσικές σπουδές δεν έχει μόνο την εξήγηση ότι η μουσική εκπροσωπεί έναν «κόσμο» ανερμήνευτο και ανεξέλεγκτο· για τους νεοφιλελεύθερους ειδικά, υπάρχει κάτι ακόμη χειρότερο και απ’ αυτό: στη μουσική δεν μπορεί να επιβληθεί ολοκληρωτικά ο κανόνας της εμπορευματοποίησης και της στέρησης – τα εργατικά και λαϊκά στρώματα και η νεολαία δεν μπορούν να αποκοπούν από την πρόσβαση σε αυτήν. Ο λόγος είναι απλός: στη λυτρωτική της κορύφωση, η μουσική βιώνεται κοινωνικά κι όχι ατομικά – παρόλο που η συγκίνηση όταν ακούς μόνος/η στο δωμάτιό σου ένα μουσικό έργο λειτουργεί επίσης λυτρωτικά. Διότι έτσι τα ανθρώπινα ανεκπλήρωτα πάθη και επιθυμίες αλλά και τα βάσανα και οι συντριβές αναγνωρίζονται μέσα στην κοινότητα, κοινωνικοποιούνται, «φτιάχνουν κοινωνία».
Και μέσα σε αυτή τη διαδικασία, είναι καθοριστικός ο ρόλος των μυστών, των μουσικών. Κι αν υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα για τους εκπροσώπους του νεοφιλελευθερισμού, ιδιαίτερα των πιο ακραίων και αγοραίων εκδοχών του, είναι αυτή: οι μουσικοί, ως μύστες της κοινωνικοποίησης του μουσικού βιώματος, είναι πρωταγωνιστές στο να φτιάχνονται παρέες, δίκτυα, κοινότητες ανθρώπων, στο να φτιάχνεται κοινωνία. Και ως γνωστόν, από τότε που η ρηχή διάνοια μιας Μάργκαρετ Θάτσερ απεφάνθη πως «δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν μόνο άτομα», οι νεοφιλελεύθεροι έχουν βαλθεί να την επαληθεύσουν καταστρέφοντας ό,τι οικοδομεί δίκτυα, κοινότητες, κοινωνία. Μεταξύ άλλων, όλα αυτά διαφεύγουν και από το κύκλωμα της εμπορευματοποίησης: η εμπορευματοποιημένη τέχνη παράγει κέρδος, αλλά θα υπάρχει πάντα ένας εκτεταμένος τομέας μη εμπορευματοποιημένης τέχνης…
Λαϊκή και παραδοσιακή μουσική
Η λαϊκή και παραδοσιακή μουσική -όπως και όλα τα μουσικά είδη- δεν απέφυγε την καθηλωτική λαβή της εμπορευματοποίησης, απέφυγε όμως το μονοπώλιο. Η διεύρυνση της πρόσβασης μέσω διαδικτύου, που κατέστρεψε το μονοπώλιο των δισκογραφικών εταιρειών, λειτούργησε λυτρωτικά. Τα μουσικά σχολεία αναδεικνύουν διαρκώς νέες γενιές ταλαντούχων μουσικών. Η λαϊκή αυτενέργεια στο στήσιμο γλεντιών, γιορτών και πανηγυριών διατηρεί τη διονυσιακή φλόγα.
Ομως αντιμετωπίζει δύο ειδών βασικές απειλές: πρώτο, την εμπορευματοποίηση. Δεύτερο, στον αντίποδα, τη σύνδεση με την «παράδοση», δηλαδή με τα ιδεολογικά στερεότυπα παλιών «ηθών και εθίμων» που είτε δεν έχουν καμία αξία πέρα από φολκλορική είτε είναι συντηρητικά ή και αντιδραστικά – ο ένας κίνδυνος τρέφει τον άλλον. Από τη μουσική παράδοση (πρέπει να) μας ενδιαφέρει η συνέχεια και ο μεταδιδόμενος μουσικός πλούτος, όπου έχουν αποτυπωθεί γνήσια λαϊκά βιώματα, μουσικοί δρόμοι και ευαισθησίες, τεχνικές παιξίματος κ.λπ., αλλά και το στοιχείο της λαϊκής παραγωγής της μουσικής.
Να αποτολμήσω και μερικές γενικεύσεις: στη μουσική επιβιώνει πιο ανθεκτικά ο κόσμος της αξίας χρήσης ενάντια στον κόσμο του εμπορεύματος και η κοινωνία ενάντια στο άτομο, για να υπενθυμίζει τον δυνητικά απελευθερωτικό της ρόλο. Εχει τις αστείρευτες βάσεις της στον κόσμο των απωθημένων αναγκών και επιθυμιών, αλλά και στα αστείρευτα -δυστυχώς- βάσανα των ανθρώπων, στο πιο αντιεξουσιαστικό και ανεξέλεγκτο βασίλειο της ύπαρξης. Γι’ αυτό και δεν έχει σύνορα.
Διεθνές ονομάστηκε το Μουσικό Σεμινάριο στον Μεσότοπο γιατί οι συντελεστές του σκοπεύουν να το καθιερώσουν κάθε χρόνο, με περισσότερες συμμετοχές – μεταξύ αυτών και διεθνείς. «Ευτυχώς υπάρχουν κι αυτά» – και δεν μπορεί κανείς παρά να εύχεται καλή συνέχεια!
ΥΓ. 1: Το ότι η μουσική δεν έχει σύνορα σημαίνει επίσης ότι δεν έχει και εσωτερικά σύνορα. Οπως είπε και ο Παύλος Σιδηρόπουλος, είναι βλακεία να βάζουμε το μπουζούκι απέναντι στην ηλεκτρική κιθάρα, το ρεμπέτικο ενάντια στο ροκ, την παραδοσιακή μουσική ενάντια στην κλασική κοκ.
«Οι μπαγλαμάδες να παίζουν Ντίλαν κι ο Πίτερ Χάμιλ διπλοπενιές, ο Τομ Γουέιτς με τα κλαρίνα και τα ταμπούρλα να παίζουν Γιες»…
ΥΓ. 2: Η αναφορά στο αντιεξουσιαστικό «πνεύμα» της μουσικής δεν παραπέμπει προφανώς στο ομώνυμο πολιτικό ρεύμα.
! Τα «Ετερόδοξα» θα κάνουν χρήση του δικαιώματος στις διακοπές. Επανέρχονται την πρώτη Δευτέρα του Σεπτεμβρίου
