Ο κόσμος του πολιτισμού στην Αυστρία (και όχι μόνο), όπου ο ίδιος δημιουργούσε και διέπρεπε για πολλές δεκαετίες, θρηνεί για την απώλεια του Παντελή Δεσύλλα, του μεγάλου αυτού Ελληνα ζωγράφου, σκηνογράφου, δραματουργού, δασκάλου, γενικού διευθυντή των σκηνογραφικών εργαστηρίων όλων των αυστριακών κρατικών θεάτρων -των μεγαλύτερων στον κόσμο-, ο οποίος «έφυγε» από τη ζωή στη Βιέννη, σε ηλικία 89 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο έργο με αξέχαστες σκηνογραφικές παραγωγές που έχουν περιοδεύσει σε όλο τον κόσμο και έχουν αφήσει μια διαρκή εντύπωση θαυμασμού τόσο στους κριτικούς όσο και στο κοινό, καθώς οι δημιουργίες του συχνά περιγράφονταν ως επαναστατικές και πρωτοποριακές και η ικανότητά του να συνδυάζει παραδοσιακά σκηνικά με μοντέρνα στοιχεία τον έκανε μοναδικό.
«Αραγε θα αξιωθώ ποτέ να μπω εδώ μέσα;», αναρωτιόταν ο φρεσκοφερμένος από την Ελλάδα νέος που στεκόταν και «χάζευε» το κτίριο της Κρατικής Οπερας της Βιέννης, η οποία γιόρταζε την πρώτη πρεμιέρα της μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εκείνη τη βραδιά του 1955, τη χρονιά που τα τέσσερα συμμαχικά στρατεύματα εγκατέλειπαν την Αυστρία και η χώρα επανακτούσε την ανεξαρτησία της. Ηταν την περίοδο που και ο ίδιος ο Παντελής Δεσύλλας, γεννημένος το 1936 στη Νίκαια του Πειραιά, έφτανε στη Βιέννη γεμάτος όνειρα για να σπουδάσει σκηνογραφία.
Είχε φοιτήσει ήδη στην Αθήνα, στο Τμήμα Ζωγραφικής της Σχολής Καλών Τεχνών, αλλά αγαπούσε περισσότερο τη σκηνογραφία και τότε στην Ελλάδα δεν υπήρχε τέτοιο τμήμα, ενώ η Βιέννη ήταν η μόνη που του απάντησε από αρκετές σχολές στην Ευρώπη με τις οποίες είχε αλληλογραφήσει. Και έτσι, το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς, μετά από σχετικές εξετάσεις, βρέθηκε στην Ακαδημία Εφαρμοσμένων Τεχνών, μόνο που το θέμα της γλώσσας τον ανάγκασε να γραφτεί για ένα εξάμηνο πάλι στο Τμήμα Ζωγραφικής, διότι στη σκηνογραφία χρειαζόταν η δραματουργία, η οποία βέβαια προϋποθέτει καλή γνώση της γλώσσας.
Στα επόμενα τέσσερα χρόνια ο Παντελής Δεσύλλας παρακολούθησε στην Ακαδημία το Τμήμα Σκηνογραφίας και Αρχιτεκτονικής Κινηματογράφου, ενώ παράλληλα φοιτούσε και στο Ειδικό Τμήμα Δραματουργίας στο περίφημο «Ράινχαρντ Σεμινάρ» (Ανώτατη Σχολή Θεάτρου) της Βιέννης, με όλα αυτά να παίζουν σημαντικότατο ρόλο στην εξέλιξή του ως σκηνογράφου.
Οπως έλεγε ο ίδιος στον υπογράφοντα, στην πρώτη συνέντευξη μαζί του, τον Απρίλιο του 1981, πολλά προβλήματα στο σκηνικό δημιουργούνται από τη «μετάφραση» της δεύτερης διάστασης στην τρίτη, και εδώ βοηθούν ανεκτίμητα οι γνώσεις αρχιτεκτονικής, η οποία πάλι πρέπει να συμπληρώνεται από την αισθητική από την πλευρά της προοπτικής της εικόνας, της δεύτερης, δηλαδή, διάστασης, και η δραματουργία είναι βασική, διότι η οπτική και η τρίτη διάσταση πρέπει να συνδέονται με τη δραματουργία του έργου.
Με την αποφοίτησή του το 1959, οι διάφορες καλλιτεχνικές «τάσεις» του άρχιζαν να παίρνουν μορφή, που σήμαινε σε πρώτη φάση αγώνα, όχι επιβίωσης, «αλλά τού να βρεις τη δυνατότητα να φτιάξεις αυτό που θέλεις να φτιάξεις, πράγμα που δεν είναι καθόλου εύκολο». Για δύο χρόνια «μάζεψε πείρα» ως βοηθός σκηνογράφου σε διάφορες παραγωγές που έκανε τότε η Γερμανική Τηλεόραση στη Βιέννη και μετά μεσολάβησαν δύο χρόνια που επέστρεψε στην Ελλάδα για να κάνει τη στρατιωτική του θητεία.
Λίγο μετά την επάνοδό του στη Βιέννη, το 1965, έχει την πρώτη σημαντική του επιτυχία, που θα σημάνει και την αρχή της σταδιοδρομίας του στο θέατρο, καθώς προσλαμβάνεται ως επιμελητής σκηνογραφίας στην Κρατική Οπερα της Βιέννης, χωρίς ωστόσο αρχικά να μπορεί να φτιάξει ο ίδιος σκηνικά, μιας και εκείνη την εποχή ο κάθε σκηνοθέτης φέρνει μαζί του και τον σκηνογράφο, αλλά παρ’ όλα αυτά στο διάστημα εκείνο αποκτά μοναδικές εμπειρίες, ερχόμενος σε επαφή με ονόματα (από Βισκόντι μέχρι Τζεφιρέλι) που θα άφηναν «εποχή» στο θέατρο.
Οταν το 1971 ο διευθυντής Μπαλέτου θα τον καλέσει να φτιάξει τα σκηνικά για ένα έργο του Μπερτολούτσι, ο Παντελής Δεσύλλας είναι πια «καλλιτεχνικά ωριμότατος» και τότε αρχίζει «καθαρά» τη σκηνογραφική του δουλειά, κάνοντας στη συνέχεια τα σκηνικά για μια σειρά μπαλέτων ενώ θα τον προσκαλέσει τελικά η Λαϊκή Οπερα της Βιέννης να κάνει τα σκηνικά στον ρυθμό «τριών τετάρτων» του Ρόμπερτ Στολτς. Με τον Στολτς αρχίζει μια νέα περίοδος στη σταδιοδρομία του που θα είναι αφιερωμένη στην οπερέτα, ξεφεύγοντας ο ίδιος από το σκηνικό κλισέ της παραδοσιακής οπερέτας και φτιάχνοντας «δικά» του σκηνικά, για να γράψουν οι κριτικοί της εποχής ότι «ένας Ελληνας ήρθε να μας δείξει επιτέλους πώς ήταν η Βιέννη εκείνης της εποχής».
Με τις σκηνογραφίες του στον «Κουρέα της Σεβίλης», στους «Τρεις Πίντος», στον «Ξεναγό», που μέχρι τότε ποτέ δεν είχε ανέβει, στον «Γκασπαρόνε», στον «Σοφό» καθιερώνεται πλέον το «Στιλ Δεσύλλα». Σχεδίασε σκηνικά για τις παραστάσεις, μεταξύ άλλων, «Ο ουγγρικός γάμος», «Η όμορφη Γαλατέ», «Βιεννέζικο αίμα», «Η πριγκίπισσα της Τσάρντας», «Ο ζητιάνος φοιτητής», «Ενας κουρέας για νέους», «Τα ρούχα κάνουν τον άνθρωπο», «Η μαντάμ Πομπαντούρ», «Η χαρούμενη χήρα» και «Η νυχτερίδα», οι οποίες ανέβηκαν σε περιοδείες στην Ιαπωνία ενώ η παραγωγή της «Πριγκίπισσας της Τσάρντας» ταξίδεψε επίσης στην Ιαπωνία αρκετές φορές, αλλά και στη Μόσχα, όπως επίσης σε περιοδείες της Λαϊκής Οπερας στις ΗΠΑ, τα σκηνικά του, δε, για τη «Νυχτερίδα» εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα, περίπου 15 φορές ανά σεζόν.
Το 1972 αποδεικνυόταν, για ακόμα μια φορά, πως τα όνειρα γίνονται κάποτε πραγματικότητα και ο Παντελής Δεσύλλας καλείται από το αυστριακό υπουργείο Πολιτισμού να αναλάβει τη γενική διεύθυνση των Εργαστηρίων των καταξιωμένων διεθνώς πέντε κρατικών θεάτρων της χώρας, που ως συγκρότημα είναι τα μεγαλύτερα εργαστήρια στον κόσμο. Εκεί ο ίδιος έχει την καλλιτεχνική και την τεχνική εποπτεία, την οργανωτική διεύθυνση, τη γενική επιμέλεια, και όλα αυτά για πάνω από 25 χρόνια, μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 1997.
Το καλλιτεχνικό έργο του Παντελή Δεσύλλα καλύπτει ένα ευρύ φάσμα: από τις εμβληματικές σκηνογραφίες του για πάμπολλες θεατρικές παραστάσεις έως πολυάριθμα σκηνικά για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, ενώ ο βαθύς ενθουσιασμός του για τις τέχνες αντικατοπτρίστηκε και στις διδακτικές του δραστηριότητες στην Ακαδημία Εφαρμοσμένων Τεχνών, όπου μετέδιδε τις γνώσεις και το πάθος του στην επόμενη γενιά καλλιτεχνών, με πολλούς από τους μαθητές του να θυμούνται πάντα την εμπνευσμένη φύση του και την ακούραστη αφοσίωσή του στην τέχνη.
Ο Παντελής Δεσύλλας τιμήθηκε από την Αυστριακή Δημοκρατία με τον τίτλο του επίτιμου καθηγητή, με τον Αυστριακό Σταυρό Τιμής για την Επιστήμη και την Τέχνη, επίσης με το Χρυσό Μετάλλιο Τιμής και το Μετάλλιο Γιόζεφ Κάιντς της Πόλης της Βιέννης, ενώ το 1999 το Θεατρικό Μουσείο Βιέννης τού αφιέρωσε μια μεγάλη ξεχωριστή έκθεση, με τίτλο «Παντελής Δεσύλλας».
Κυρίως για τους πολίτες της Βιέννης, ο Παντελής Δεσύλλας ήταν κάτι περισσότερο από ένας απλός σκηνογράφος. Τα σκηνικά του δεν ήταν απλώς σκηνικά, αλλά έργα τέχνης που γοήτευαν το κοινό. Κι εκείνος ήταν ένας οραματιστής του οποίου το έργο επαναπροσδιόριζε συνεχώς τα όρια του εφικτού. Επιπλέον συνέβαλε στη διαμόρφωση της πολιτιστικής ζωής της πόλης. Τα σκηνικά του μετέτρεψαν τις επισκέψεις στο θέατρο σε αξέχαστες εμπειρίες.
Το έργο του αναμφίβολα θα συνεχίσει να επηρεάζει τις μελλοντικές γενιές σκηνογράφων, η απαράμιλλη ικανότητά του να αφηγείται ιστορίες μέσω του οπτικού σχεδιασμού θα συνεχίσει να αποτελεί πηγή έμπνευσης και ο κόσμος του θεάτρου θα θυμάται το έργο του και θα το θεωρεί σημείο αναφοράς.
