Μας ταλαιπώρησε ο ακραίος καύσωνας τις τελευταίες μέρες, ιδίως όσους βρίσκονται στα αστικά κέντρα. Ευτυχώς το δελτίο καιρού προβλέπει πτώση της θερμοκρασίας – κι εμείς βρίσκουμε την ευκαιρία να λεξιλογήσουμε, ακριβώς, για τη λέξη «καιρός».
Ο καιρός είναι λέξη αρχαία, με ετυμολογία αβέβαιη· έχει προταθεί σύνδεση με το ρήμα «κεράννυμι» (αναμιγνύω) ή με το «κρίνω» ή με το «κείρω» (κόβω, κουρεύω). Η αρχική της σημασία ήταν «το σωστό μέτρο», π.χ. στον Ησίοδο καιρὸς δ’ ἐπὶ πᾶσιν ἄριστος, δηλαδή το μέτρο σε όλα τα πράγματα είναι το καλύτερο.
Ωστόσο, σύντομα άρχισε να χρησιμοποιείται κυρίως χρονικά, και πήρε τη βασική σημασία της κατάλληλης στιγμής, της κατάλληλης περίστασης, της ευ-καιρίας. Καιρὸς βραχὺ μέτρον ἔχει, η ευκαιρία δεν περιμένει, γράφει ο Πίνδαρος, ενώ ο Δημοσθένης ρωτούσε τους Αθηναίους «τίνα καιρὸν τοῦ παρόντος βελτίω ζητεῖτε;», ποια καταλληλότερη περίσταση ψάχνετε για να αναλάβετε δράση; Η σημασία αυτή αποτυπώνεται και σε παράγωγα ή σύνθετα όπως καιροφυλακτώ (περιμένω την κατάλληλη στιγμή), καίριος (αυτός που γίνεται στον σωστό χρόνο), καιροσκόπος. Εδώ ανήκουν και τα παροιμιώδη «καιρὸς τοῦ κλαῦσαι καὶ καιρὸς τοῦ γελάσαι» κτλ. της μετάφρασης των Ο’ στο 3ο κεφάλαιο του Εκκλησιαστή.
Στη συνέχεια, η λέξη πήρε τη σημασία της συγκεκριμένης εποχής του χρόνου («καιρώ χειμώνος» στον Πλάτωνα) και, τελικά, της χρονικής περιόδου γενικώς («κατὰ τὸν καιρόν τοῦτον» στον Πολύβιο), του χρόνου. Στον πληθυντικό, οι καιροί, πήρε τη σημασία της κατάστασης των πραγμάτων, κυρίως αρνητικά.
Η χρονική σημασία υπάρχει και στα νέα ελληνικά, όπου καιρός έφτασε να σημαίνει χρόνος, χρονικό διάστημα, ιδίως μεγάλο· πολλές είναι οι στερεότυπες φράσεις και παροιμίες: από τον καιρό του Νώε, λέμε για κάτι πολύ παλιό· πώς περνάει ο καιρός! αναφωνούμε φιλοσοφικά· δεν έχω καιρό για χάσιμο· πού καιρός για ξεκούραση! Για κάτι που γινόταν παλιά, λέμε ειρωνικά «τω καιρώ εκείνω», ενώ ένας ηλικιωμένος θα πει νοσταλγικά «στον καιρό μου…» και οι άλλοι θα τον χαρακτηρίσουν «άνθρωπο του παλιού καιρού».
Ωστόσο, μάλλον υπό την επίδραση των γαλλικών πρώτα και μετά των αγγλικών, έχει εξασθενήσει η χρήση της λέξης «καιρός» με χρονική σημασία. Παλιότερα λέγαμε «δεν μου αρέσει να χάνω τον καιρό μου», ενώ σήμερα «χάνουμε τον χρόνο μας». Και βέβαια έχει αναδυθεί ως πρωτεύουσα η σημασία της μετεωρολογικής κατάστασης, των καιρικών συνθηκών, που είναι μεσαιωνική. Ακούμε το δελτίο καιρού, λέμε ότι ο καιρός είναι καλός, βροχερός, αίθριος, κατά τόπους νεφελώδης· λέμε για παλιόκαιρο και βρομόκαιρο.
Το θέρος έγινε καλοκαίρι επειδή τότε ο καιρός είναι καλός. Κακό καιρό θεωρούσαμε τα κρύα του χειμώνα. Αλλά τα τελευταία χρόνια, το καλοκαίρι κοντεύει να μετατραπεί σε εφιάλτη, με τους αλλεπάλληλους καύσωνες. Οι καιροί ου μενετοί, έλεγαν οι αρχαίοι, αλλά εμείς την έχουμε πάθει σαν τον βάτραχο μέσα στην κατσαρόλα, με τη θερμοκρασία να ανεβαίνει λίγο λίγο. Ηδη τα σαραντάρια (νομίζουμε ότι) τα συνηθίσαμε.
