Με τα κράτη-μέλη της περισσότερο διχασμένα παρά ποτέ, η αυριανή σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στη Χάγη της Ολλανδίας μπορεί εκ των προτέρων να χαρακτηριστεί, με όλη τη σημασία της λέξης, κρίσιμη. ΗΠΑ και Ευρώπη έχουν πλέον τρία ανοιχτά μέτωπα: την Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή και τους εμπορικούς δασμούς.
Σε ό,τι αφορά το Ουκρανικό, οι Ευρωπαίοι θα επιχειρήσουν να διερευνήσουν τις αμερικανικές διαθέσεις μετά τις συνεχείς αποτυχημένες προσπάθειες διαμεσολάβησης του προέδρου Τραμπ ανάμεσα στη Μόσχα και το Κίεβο, γνωρίζοντας βεβαίως ότι ο ισχυρισμός ενός Γάλλου στρατιωτικού αναλυτή, του Μπρουνό Τερτρέ από το γαλλικό Ιδρυμα Στρατιωτικών Ερευνών, ότι «με τον πρόεδρο Τραμπ δεν μπορεί ποτέ κανείς να είναι βέβαιος προς ποια πλευρά θα πέσει η βόμβα», κάθε άλλο παρά είναι αβάσιμος. Αυτό που πάντως δεν φαίνεται πιθανό είναι να συναινέσει η Ουάσινγκτον στις εκκλήσεις των Βρυξελλών για υιοθέτηση πρόσθετων οικονομικών μέτρων κατά της Μόσχας. Κατά τη διάρκεια του πρόσφατου G7 στον Καναδά ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι «η επιβολή κυρώσεων σε ένα κράτος έχει κόστος» και στη συνέχεια αποχώρησε από τη σύνοδο, αφήνοντας τους ηγέτες των άλλων κρατών «στα κρύα του λουτρού».
Οι εξελίξεις στο Ουκρανικό επηρεάζονται ώς έναν βαθμό από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή στον βαθμό που η ρωσική διπλωματία θεωρεί, όχι αδίκως, πως μετά την επίθεση του Ισραήλ και των ΗΠΑ κατά του Ιράν, η επίθεση της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας δεν βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της διεθνούς κοινής γνώμης. Συν τοις άλλοις, η κρίση στη Μέση Ανατολή έχει ήδη οδηγήσει σε άνοδο τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, προς μεγάλη ικανοποίηση της Μόσχας, η οποία με διάφορους τρόπους, λαθραίους και μη, εξακολουθεί να είναι από τους σημαντικότερους εξαγωγείς πετρελαίου στον κόσμο.
Ο Πούτιν
Ο δε πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν, ο οποίος τις τελευταίες ημέρες επικοινωνεί με τους Τραμπ, Νετανιάχου και Αλί Χαμενεΐ, θεωρεί πως μπορεί αυτός να είναι ο διαμεσολαβητής σε ενδεχόμενες ειρηνευτικές διαβουλεύσεις ανάμεσα στο Ιράν και το Ισραήλ. Κάτι που βρίσκει εντελώς αντίθετη τη Γαλλία, ο πρόεδρος της οποίας Εμανουέλ Μακρόν δήλωσε προ ημερών πως αν ο Πούτιν επιθυμεί την ειρήνη, «ας ξεκινήσει από την Ουκρανία».
Τεταμένες, όμως, με αφορμή το Μεσανατολικό, είναι και οι σχέσεις ανάμεσα στον Αμερικανό και τον Γάλλο πρόεδρο, οι αντεγκλήσεις των οποίων έλαβαν την προηγούμενη εβδομάδα ακόμα και προσωπικό χαρακτήρα. Ο Τραμπ είπε για τον Μακρόν ότι «κάνει πως δεν καταλαβαίνει», ο δε Μακρόν, ερωτηθείς για τις αιτιάσεις του Αμερικανού προέδρου, δήλωσε πως «δεν συγκινήθηκα». Οι σχέσεις τους ασφαλώς δεν βελτιώθηκαν μετά τη χθεσινή επίθεση των ΗΠΑ κατά του Ιράν, όπου η Γαλλία έσπευσε να ανακοινώσει πως δεν είχε καμία συμμετοχή στην αμερικανική επιχείρηση, ούτε στον σχεδιασμό της.
Τραμπ vs Μακρόν
Στο Παρίσι κανένας δεν πιστεύει ότι η στρατιωτική οδός μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική αναφορικά με τον μόνιμο περιορισμό του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Στην καλύτερη περίπτωση θα υπάρξει καθυστέρηση του προγράμματος, εκτιμά η γαλλική διπλωματία. Για τη Γαλλία, η καλύτερη εγγύηση για να μην αποκτήσει η Ισλαμική Δημοκρατία πυρηνικά όπλα παραμένει ο αυστηρός έλεγχος του πυρηνικού της προγράμματος από τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας. Διότι, όπως επισημαίνουν Γάλλοι διπλωμάτες, ακόμα και αν καταστρεφόταν όλο το οπλοστάσιο, οι γνώσεις και η εμπειρία των Ιρανών επιστημόνων θα επέτρεπαν στην Τεχεράνη να επανασυστήσει τα αποθέματά της σε εμπλουτισμένο ουράνιο με ταχύτητα, ανεξαρτήτως κυβέρνησης. Γάλλοι αναλυτές εκτιμούν επίσης ότι οι επιθέσεις Τραμπ κατά Μακρόν δεν είναι άσχετες από την κατά κοινή ομολογία διάσταση απόψεων στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ενωσης αναφορικά με την επίθεση του Ισραήλ κατά του Ιράν.
Επί του θέματος αυτού το Βερολίνο θεωρεί ότι το Ισραήλ, επιτιθέμενο κατά του Ιράν, «είχε το θάρρος να κάνει τη βρόμικη δουλειά για λογαριασμό μας», όπως είπε ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, και ως εκ τούτου αρνείται να συναινέσει στην εφαρμογή πρόσθετων ευρωπαϊκών κυρώσεων κατά του Τελ Αβίβ, σε αντίθεση με το Παρίσι, το οποίο επιδιώκει τη διακοπή των εμπορικών σχέσεων του Ισραήλ με την Ε.Ε. Το σημείο, ωστόσο, όπου η διάσταση απόψεων ανάμεσα στο Παρίσι και το Τελ Αβίβ είναι απόλυτη αφορά τη διαφαινόμενη επιδίωξη του Ισραήλ να υπάρξει, διά της στρατιωτικής οδού και με την υποστήριξη της Ουάσινγκτον, αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη.
Τέλος, σε ό,τι αφορά το εκκρεμές προς το παρόν ζήτημα των δασμών, ο Τραμπ δήλωσε, έπειτα από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ότι οι προτάσεις που του υπέβαλε δεν ήταν ικανοποιητικές και ότι αν ώς τις 9 Ιουλίου οι Βρυξέλλες δεν φέρουν νέες προτάσεις, τότε «οι Ευρωπαίοι δεν θα έχουν άλλη επιλογή από το να πληρώσουν αυτά που θα τους ζητήσουν οι ΗΠΑ».
