Η ζωή ενός καλοκαιριού που έφερε πάλι την πύρινη κόλαση. Νέκρωσαν όλα. Πόλεις, χωριά. Ερημα, ερειπωμένα σπίτια, εκεί όπου άνθρωποι γεννήθηκαν, μεγάλωσαν, παντρεύτηκαν, έκαναν όνειρα. Σακατεμένοι τώρα ψυχικά, βλέπουν τα πάντα γκρεμισμένα. «Κι ήταν η μέρα έτσι μικρή, πικρή και τόση, πριν ξημερώσει, είχε νυχτώσει». Ενας στίχος που αγαπούσε η αγωνίστρια δασκάλα μας και μας τον έλεγε τακτικά. «Τα χέρια της σιωπής κάτω απ’ τη γαλήνη των τάφων, τα χέρια της σιωπής υφαίνουν έναν κύκλο οδύνης», όπως θα ’λεγε ο Στέλιος Αρτεμάκης.
Αραγε για τη σημερινή οδύνη οι ποιητές μας θα μπορούσαν εύκολα να βρουν λόγια για να την περιγράψουν; Παλαιότερα, επηρεασμένοι από διάφορες καταστάσεις, εμπνεύστηκαν από συναισθήματα πίκρας και απογοήτευσης για να γράψουν ποιήματα:
Τετράδιο Γυμνασμάτων
«Μας έλεγαν: θα νικήσετε όταν υποταχτείτε. Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη. Μας έλεγαν: θα νικήσετε όταν αγαπήσετε. Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη. Μας έλεγαν: θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας. Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη».
Γιώργος Σεφέρης
Ασάλευτη ζωή
«Ασάλευτη ζωή, τον πόνο σου εδώ πέρα μην τον παρατάς. Με μια φροντίδα μητρική ταξίδεψέ τον, όπου ζωή, όπου όνειρο, στα μακρινά και στα ψηλά, και πήγαινέ τον ύστερα και ριζοφύτεψέ τον εκεί στην χώρα την κατάνεκρη του αμίλητου, στα μάτια του συμμάζωξε και θάψε τη φωνή του, κι αν ίσως δεν βαστάξανε τα μάτια του και κλείσουνε, κλείσε κι εσύ τα μάτια σου και πέθανε μαζί του».
Κωστής Παλαμάς
Τελειωμένα
«Μέσα στον φόβο και στις υποψίες, με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια, λιώνουμε και σχεδιάζουμε το πώς να κάμουμε για ν’ αποφύγουμε τον βέβαιο τον κίνδυνο που έτσι φριχτά μας απειλεί. Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν’ αυτός στο δρόμο. Ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα ή δεν τ’ ακούσαμε, ή δεν τα νιώσαμε καλά. Αλλη καταστροφή που δεν την φανταζόμεθα, εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας, κι ανέτοιμους –πού πια καιρός– μας συνεπαίρνει».
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
Ο λυτρωμός
«Μέσ’ στην ψυχή μου κάποτες σαλεύουνε φτερά
κι ένας μεγάλος κι άξαφνος πόθος με συνταράζει,
να λυτρωθώ απ’ τα γύρω μου κι από τον ίδιο εμέ
κι από της καθημερινής ζωής μου το μαράζι.
Να φύγω! να μη βλέπω πια τα πρόσωπα τα ίδια,
που από μια παρεξήγηση μπήκανε στη ζωή μου,
που στο πλευρό τους με κρατάει μονάχα μια συνήθεια
και που μου ισκιάζουνε το φως που λαχταρά η ψυχή μου.
Να μην έχω “καθήκοντα” για τη ζωή αλυσίδες
οι μέρες μου να πάψουνε ανούσιες να περνάνε,
μηχανικά κι ανόρεγα το κάθε να μην κάνω
και να μην ξέρω από τα χτες τ’ αύριο τι θε να ’ναι.
Να φύγω αυτήν την άνοστη και βαρετή γαλήνη,
που απ’ την ψυχή μου στράγγισε κάθε χυμό
και κάνει να μοιάζω μ’ ένα γέρικο κι άχρηστο πια καράβι,
όπου αραγμένο σήπεται σ’ ένα βουβό λιμάνι.
Αυτή την “ευτυχία” μου, που άλλοι τη μακαρίζουν,
θα ’θελα, σαν το βασιλιά της Θούλης, να πετάξω
μέσ’ στης ζωής μου τα νερά τ’ ακύμαντα, μονάχα
για να σαλέψουν μια φορά – και για ν’ αναστενάξω!
να φύγω! Πού; Αδιάφορο το πού. Μόνο να φύγω!
Να πλανηθώ σε μακρυνούς που δεν τους ξέρω τόπους,
το κάθε τι στα μάτια μου πάντα καινούργιο να ’ναι,
– να κυλιστώ μέσ’ στη ζωή και μέσα στους ανθρώπους.
Να ’μαι ο αλήτης που περνά στις σκονισμένες στράτες,
ο ταξιδιώτης που έρχεται και φεύγει από μια χώρα,
να χάνομαι μέσ’ στη ζωή σαν το τυφλό ποτάμι,
που απ’ τα βουνά μια άξαφνη το κατεβάζει μπόρα.
Σταθμοί λιμάνια να περνάν σαν όνειρο απ’ τα μάτια,
ποτές μου να μη νοσταλγώ κι όλο να λαχταράω,
ό,τι ποθώ από τη ζωή να μην το ζητιανεύω,
μα μέσ’ στην πάλη, ιδρώνοντας, να της το κατακτάω!
Κι όσο είμαι νέος και μέσα μου σαλεύουνε φτερά,
να πλανηθώ, ν’ αγωνιστώ, να κλάψω, ν’ αγαπήσω,
χαρές και πόνο ώς το βυθό το κύπελλο να πιω,
πριν πέσει από τα χέρια μου και σπάσει, ωιμέ! Να ζήσω!
Μα τόσο, ωιμένα, τη σκλαβιά την έχω συνηθίσει
και τόσο πια λησμόνησα, φτερά μου, να πετάω,
που, ως το πουλί μες στο κλουβί, σαν τύχει και του ανοίξουν
την πόρτα, πάλι μοναχός μες στο κλουβί γυρνάω!
Κι έτσι σ’ αυτή τη φυλακή που μόνος μου έχω υψώσει,
σκλάβος εγώ και φύλακας του ίδιου του εαυτού μου,
πότε σκυφτός στη μοίρα μου και πότε επαναστάτης,
μια τραγωδία να παίζεται κοιτάω μες στο νου μου»!
Κώστας Ουράνης
