ΡΩΜΗ
Οι διακοπές των Ιταλών μοιάζουν όλο και περισσότερο με ανεκπλήρωτη επιθυμία και όνειρο του παρελθόντος και μόνο. Σε όλες τις περιφέρειες της χώρας, με ιδιαίτερη έμφαση στις παραθαλάσσιες περιοχές, η προσέλευση ντόπιων τουριστών είναι εμφανώς μειωμένη σε σχέση με πέρυσι. Τα τελευταία στοιχεία, μάλιστα, μας λένε ότι το 30% των ζευγαριών με παιδιά δεν μπορεί να πάει ούτε μία μέρα διακοπές, λόγω της οικονομικής κατάστασης.
Οι ελεύθερες πλαζ είναι όλο και λιγότερες· και στις οργανωμένες, δύο ξαπλώστρες και μία ομπρέλα κοστίζουν –όλο και συχνότερα– από 30 μέχρι και 80 ευρώ. Η κυβέρνηση Μελόνι προς το παρόν δεν δείχνει να προβληματίζεται, αλλά η δυσαρέσκεια των πολιτών είναι κάτι περισσότερο από εμφανής.
Στην Γκαέτα, πανέμορφο θέρετρο και πρώην οχυρό της Τυρρηνικής θάλασσας μεταξύ Ρώμης και Νάπολης, οι ιδιοκτήτες εστιατορίων δηλώνουν ότι «η θερινή σεζόν ακόμα δεν ξεκίνησε». Κάτι που σημαίνει, προφανώς, ότι στον επόμενο ενάμιση μήνα δεν πρόκειται με κανέναν τρόπο να καλύψουν τις μέχρι τώρα οικονομικές απώλειες. Κλειστές ομπρέλες και ξαπλώστρες και σε πολλές παραθαλάσσιες περιοχές της Αδριατικής, από τη νότια περιοχή της Απουλίας μέχρι το Ρίμινι, στη βόρεια περιφέρεια Εμίλια Ρομάνια.
Ο Τύπος γράφει ότι έφτασε ο κόμπος στο χτένι: ότι δεν είναι δυνατόν, δηλαδή, κάθε χρόνο να αυξάνεις τις τιμές, ενώ οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι στα ίδια, χαμηλά επίπεδα. Είναι αλήθεια ότι αρκετές οικογένειες, φέτος, προτίμησαν το βουνό, αλλά η επιλογή δεν είναι τυχαία: στο Τρεντίνο, στις Αλπεις της βορειοανατολικής Ιταλίας, τον Αύγουστο μια τετραμελής οικογένεια μπορεί ακόμα να νοικιάσει σπίτι για δέκα ημέρες, ξοδεύοντας 800 ευρώ. Αν επιλέξεις τη θάλασσα, η τιμή –κατά κανόνα– είναι τουλάχιστον διπλάσια. Η προοδευτική αντιπολίτευση ζητά από την κυβέρνηση της Λέγκας, της Φόρτσα Ιτάλια και των Αδελφών της Ιταλίας να εγκρίνει μέτρα προς στήριξη των οικογενειών, αρχίζοντας από τον κατώτατο μισθό. Καμία από τις σχετικές προτάσεις, όμως, δεν έχει λάβει «πράσινο φως» από το Κοινοβούλιο της Ρώμης.
Ο πρόεδρος των Πέντε Αστέρων και πρώην πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε σχολιάζει ότι «πρόκειται για τις δύο όψεις της Ιταλίας: ενώ οι πολίτες σφίγγουν το ζωνάρι και το κόστος ζωής μοιάζει ανεξέλεγκτο, τα κέρδη των τραπεζών σπάνε ρεκόρ».
Μέσα στην όλη αυτή κατάσταση, οι επιχειρηματίες που έχουν εξασφαλίσει τις άδειες εκμετάλλευσης των οργανωμένων πλαζ προσπαθούν να υπερασπίσουν τον εαυτό τους και επιμένουν πως αυξάνουν τις τιμές μόνο για να καλύψουν το κόστος του νερού και της ενέργειας, το οποίο είναι όλο και υψηλότερο. Καλούν, με τη σειρά τους, την κυβέρνηση της Ρώμης να βρει κάποιο τρόπο να βοηθήσει, ει δυνατόν με φοροελαφρύνσεις, τους πολίτες. Αρχής γενομένης από τον φόρο συγκομιδής απορριμμάτων, ο οποίος λήγει το καλοκαίρι και αφαιρεί πολύτιμα χρήματα από το οικογενειακό βαλάντιο. Ολα αυτά, όμως, αποτελούν προτάσεις και αιτήματα για την επόμενη χρονιά. Φέτος, «όποιος μέχρι τώρα πήγαινε και παραθέριζε στη θάλασσα δέκα ημέρες, τις έκανε αναγκαστικά πέντε, ενώ όσοι δεν ξεπερνούσαν τη μία εβδομάδα, περιορίζονται σε τριήμερο ή μένουν υποχρεωτικά στο σπίτι», λένε υπεύθυνοι τουριστικών επιχειρήσεων της Τοσκάνης.
Και οι ξένοι τουρίστες, όσο κι αν τρελαίνονται για τις ομορφιές της Ιταλίας, δεν μπορούν να γεμίσουν τις άδειες τσέπες των επιχειρηματιών και ούτε, φυσικά, να μετριάσουν την απογοήτευση των Ιταλών που αναγκάζονται να μείνουν στη Ρώμη, στο Μιλάνο ή στη Νάπολη, περιμένοντας την κορύφωση του καύσωνα ακριβώς την ημέρα του Δεκαπενταύγουστου.
