Η έκταση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων καταγράφεται σε αναφορές και στατιστικά δεδομένα, ενώ οι συνέπειές τους στην κοινωνική συνοχή επισημαίνονται ως επείγον και κρίσιμο ζήτημα. Από τη μια, η απώλεια εισοδημάτων των εργαζομένων και η μείωση των κερδών των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και, από την άλλη, η συσσώρευση πλούτου σε έναν πολύ μικρό αριθμό ατόμων καθώς και η αύξηση των καθαρών ετήσιων κερδών των μεγαλύτερων εταιρειών σε παγκόσμιο επίπεδο. Μια απόσταση που συνεχώς μεγαλώνει. Από τη μια πλευρά η πλειοψηφία και από την άλλη η μειοψηφία.
Η απόκλιση μεταξύ της αγοραστικής δύναμης των πολιτών και η άνοδος των τιμών εντείνουν τις ανισότητες ευκαιριών και φέρνουν στο προσκήνιο ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης. Η πρόσφατη υγειονομική κρίση επηρέασε με άνισο τρόπο τις κοινωνικές ομάδες, υπενθυμίζοντας πως η κρίση δεν αποτελεί ευκαιρία για όλους και αναδεικνύοντας τη σημασία της ενίσχυσης του δημόσιου συστήματος υγείας, της πρόληψης και της φροντίδας σωματικής και ψυχικής υγείας, ως απάντηση στις ανάγκες της πλειοψηφίας.
Οι προκλήσεις είναι πολλές, όπως και οι εκκλήσεις οργανισμών για άμεση δράση και τολμηρές πολιτικές αποφάσεις. Ομως, αν και επισημαίνεται η ανάγκη για πολιτικές που διασφαλίζουν ίσες ευκαιρίες για όλους, οι θέσεις και η επίκληση της κρατικής παρέμβασης παραμένουν ασαφείς και χωρίς δεσμεύσεις, ενώ το βάρος μεταφέρεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία, περιορίζοντας τις θεσμικές υποχρεώσεις του κράτους για την κάλυψη βασικών κοινωνικών αναγκών. Η κοινωνική πολιτική μετατρέπεται σταδιακά σε πεδίο καλών προθέσεων, με την ευθύνη να μεταφέρεται σε χορηγούς και εθελοντές, στο όνομα της «εταιρικής κοινωνικής ευθύνης», υποβαθμίζοντας τον θεσμικό ρόλο του κράτους στην παροχή βασικών υπηρεσιών.
Από την άλλη, ο «ρεαλισμός» και οι οικονομικοί περιορισμοί δεν δικαιολογούν τη διαφθορά, την αναξιοκρατία και την αναποτελεσματικότητα. Η οικονομική δικαιοσύνη, η λογοδοσία και η δίκαιη κατανομή πόρων παραμένουν κρίσιμα αιτήματα, ανεξαρτήτως των «αντικειμενικών περιορισμών» που προβάλλονται ως πολιτικό άλλοθι απέναντι στα αιτήματα της πλειοψηφίας. Οι έννοιες «πλειοψηφία» και «μειοψηφία» εργαλειοποιούνται επικοινωνιακά, απογυμνωμένες από τις οικονομικές διαστάσεις τους. Την ίδια ώρα η οικονομική μειοψηφία ορίζει την «κανονικότητα», η εξουσία και η διαφθορά διαπερνούν κοινωνικά στρώματα και η δημοσιογραφία των δελτίων, χωρίς έρευνα, περιορίζεται σε εκ των υστέρων ευαισθησία, σε ρόλο δελτίου Τύπου με ύφος έκπληκτου παρατηρητή.
Ετσι, η πολιτική περιορίζεται στη διαχείριση εικόνας ως προϊόντος, προσεγγίζεται με όρους επιχειρηματικού πλάνου και χάνει την ουσία της μέσα σε εντυπώσεις και διαχωρισμούς. Η αφήγησή της δομείται με όρους αγοράς, επισκιάζοντας τη δικαιοσύνη, την αξιοπρέπεια και την καθολική πρόσβαση στα κοινωνικά αγαθά. Παράλληλα, κυριαρχεί η αντίληψη της πολιτικής ως ατομικής επιλογής με συμμετοχή μέσω αξιολογήσεων και ερωτηματολογίων, ενώ η συλλογική δράση υποκαθίσταται από την ατομική διαχείριση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο κοινωνικός αυτοματισμός ενισχύεται, θολώνοντας τα ζητήματα και υπονομεύοντας κάθε συλλογική διεκδίκηση.
Οταν η πολιτική θυμίζει διαφήμιση χωρίς περιεχόμενο, μετατρέπεται από εργαλείο κοινωνικής αλλαγής σε μηχανισμό εντυπώσεων. Οταν η ευθύνη παρουσιάζεται ως ατομική υπόθεση και όχι ως συλλογική στάση, υποτιμώνται η συλλογική διεκδίκηση και ο ρόλος της πολιτικής. Ετσι, η κρίση εμπιστοσύνης στην πολιτική εντείνεται.
Η υπέρβαση δεν είναι ζήτημα απλώς ηγεσίας ή ενός πιο λειτουργικού πολιτικού – επιχειρηματικού σχεδίου. Προϋποθέτει μια κοινωνία που αναζητά πολιτικό νόημα και σχέδιο με σαφή στόχο και εντιμότητα από την ηγεσία του. Ενα σχέδιο που δίνει έμφαση στη συλλογικότητα και αντιστέκεται σε μια εξουσία χωρίς όραμα, εγκλωβισμένη σε όρους αγοράς και δημοσκοπικής επιβίωσης η οποία καλλιεργεί την αποπολιτικοποίηση στη συλλογική συνείδηση και συμπεριφορά. Ενα πολιτικό σχέδιο που εξηγεί καθαρά ότι η επισφάλεια που βιώνουν οι πολίτες δεν είναι ατομικό πρόβλημα ή προσωπική ανεπάρκεια, αλλά πολιτική συνθήκη και αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών και ότι υπάρχουν ρεαλιστικά και εφαρμόσιμα βήματα για τη βελτίωση της καθημερινότητας, χωρίς παθητική προσαρμογή σε έναν κόσμο «όπως είναι» ή απλώς «όπου βγει».
Ενα τέτοιο σχέδιο επιδιώκει την ουσιαστική συμμετοχή, ανταποκρίνεται σε κοινωνικές ανάγκες και δεν απαιτεί «ωριμότητα» και «υπομονή» από τους πολίτες, αλλά καταθέτει συγκεκριμένες και μετρήσιμες πολιτικές. Αναφέρεται στη λογοδοσία και την αναδιανομή πόρων με βάση το κοινωνικό όφελος και όχι το πολιτικό κόστος. Αναμετριέται με την ανάγκη για στέγαση όχι ως αντικείμενο της αγοράς, αλλά ως δικαίωμα που προστατεύεται και υπηρετείται από την πολιτική. Αναγνωρίζει τη φροντίδα όχι ως ατομικό καθήκον, αλλά ως συλλογικό και δημόσιο δικαίωμα. Ενισχύει τη φωνή και τη συμμετοχή των εργαζομένων στα συλλογικά τους όργανα, τονίζοντας τη σημασία τους και όχι να τα απαξιώνει, την ίδια στιγμή που υποκριτικά γίνεται λόγος για την «ενίσχυση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς».
Ενα σχέδιο που δεν υπόσχεται, αλλά αποδεικνύει ότι η πολιτική μπορεί και πρέπει να επανακαθορίσει την «κανονικότητα» στα κρίσιμα πεδία της ζωής. Ενα σχέδιο που δεν φοβάται τον διάλογο αλλά τον προκαλεί θέτοντας ξεκάθαρα ερωτήματα: θέλουμε την πολιτική ως μέσο συλλογικής προόδου ή μας αρκεί η ψευδαίσθηση μιας ατομικής σωτηρίας; Είναι η φωνή μας αδύναμη επειδή ο «ρεαλισμός» του ατομικού μας συμφέροντος φαίνεται μονόδρομος ή επειδή βολεύει τα προσωρινά, ατομικά μας οφέλη; Θέλουμε πολιτική που σχεδιάζει τον χρόνο ή που τον διαχειρίζεται; Που διαμορφώνει το μέλλον ή υπηρετεί τα πρόσκαιρα συμφέροντα; Θέλουμε ένα πολιτικό σχέδιο ή ένα επιχειρηματικό πλάνο μεταμφιεσμένο σε δημόσιο λόγο; Η επιλογή μας: πολιτικό νόημα ή επικοινωνιακό κενό;
*Οικονομολόγος, εκπαιδευτικός, PhD
