ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Γύρω από το δωμάτιό μου ανάμεσα στα χωράφια ο άνεμος γεμίζει φύλλα από δέντρα που έχω φυτέψει εγώ. Οταν έγραφα το ‘‘Οχι τώρα, όχι εδώ’’, κανένα από αυτά δεν είχε ριζώσει ακόμα. Εδώ μπορώ να μετράω τον χρόνο σε φύλλα, σε κλαδιά που ανοίγουν χώρο ν’ ανασάνουν. Από δω τα χρόνια είναι δέντρα που σπρώχνουν από τα χαμηλά προς τα ψηλά. Από δω ο χρόνος έχει ρίζες ακακίας, αμυγδαλιάς, λεύκας, καρυδιάς, φλαμουριάς, βελανιδιάς, δεντρολίβανου. Είναι η οικογένεια που μεγάλωσε ολόγυρά μου, αυτά, και όχι τα βιβλία, δίνουν υπόσταση στον άνεμο».

Ο συγγραφέας, μεταφραστής, σκηνοθέτης και ηθοποιός Ερι ντε Λούκα γεννήθηκε στη Νάπολη το 1950 και βιοπορίστηκε κάνοντας διάφορα επαγγέλματα: οδηγός φορτηγού, εργάτης στη Φίατ, οικοδόμος και άλλα πολλά. Σε ηλικία μόλις δεκαέξι ετών, αυτοανακηρύχθηκε κομμουνιστής. Ηταν εξοργισμένος με τον έλεγχο της πόλης από το αμερικανικό ναυτικό και με τις κοινωνικές αδικίες στη Νάπολη και σε όλο τον κόσμο, αργότερα έγινε συνιδρυτής της ακροαριστερής πολιτικής οργάνωσης Λότα Κοντίνουα (Lotta Continua, Συνεχής Αγώνας). Είναι αυτοδίδακτος σε διάφορες γλώσσες, από αρχαία εβραϊκά ώς σουαχίλι και ρωσικά. Ολα τα μυθιστορήματά του έχουν αυτοβιογραφική βάση: «Τα μυθιστορήματά μου είναι παρόμοια επειδή ο κύριος χαρακτήρας είναι η πόλη της Νάπολης». Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 30 γλώσσες.

Στην εισαγωγή του βιβλίου του «Οχι τώρα, όχι εδώ», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέλευθος σε μετάφραση της Αννας Παπασταύρου, σημειώνει: «Εχω κάνει το αρχαιότερο επάγγελμα στον κόσμο. Οχι της ιερόδουλης, αλλά το αρσενικό ισοδύναμο, του εργάτη, που πουλάει το σώμα του ως εργατική δύναμη. Απέκτησα ακριβείς και χειροπιαστές γνώσεις για το ρήμα εισαγωγικά εργάζομαι κλείνουν εισαγωγικά. Δεν μπορώ να το χρησιμοποιήσω για αυτό που κάνω με τη συγγραφή. Η συγγραφή για μένα υπήρξε και παραμένει το αντίθετο, ακόμα ήταν χρόνος ανάπαυλας μέσα σε μια μέρα που ξόδευα το σώμα μου για το μεροκάματο. Ηταν ο κερδισμένος χρόνος».

Το βιβλίο «Οχι τώρα, όχι εδώ» είναι μια συγκινητική ιστορία ενηλικίωσης που διαδραματίζεται στη μεταπολεμική Ιταλία, εξερευνώντας τον εσωτερικό κόσμο ενός νεαρού αγοριού καθώς πλοηγείται στις πολυπλοκότητες της παιδικής ηλικίας και της εφηβείας. Μέσα από τις ενδοσκοπικές και ποιητικές του σκέψεις, ο πρωταγωνιστής καταπιάνεται με θέματα ταυτότητας, οικογένειας και του περάσματος του χρόνου, όλα με φόντο μια κοινωνία που αλλάζει. Η αφήγηση εμβαθύνει στις σχέσεις του με τους γονείς και τους συνομηλίκους του, αποτυπώνοντας την αθωότητα και τη σύγχυση της νεότητας, προσφέροντας παράλληλα έναν βαθύ, λυρικό στοχασμό πάνω στη μνήμη και την προσωπική ανάπτυξη.

Σε αυτό το πρώτο αυτοβιογραφικό βιβλίο του ο Ντε Λούκα ως αφηγητής θυμάται τα παιδικά του χρόνια σε ένα μικρό διαμέρισμα που βρισκόταν σε ένα σκοτεινό σοκάκι στη Νάπολη, όπου έπρεπε να παίζει χωρίς να κάνει θόρυβο και να υπακούει στη μητρική εντολή: «Οχι εδώ, όχι τώρα».

Το ονειροπόλο και σιωπηλό παιδί που ήταν, ένιωθε πάντα ότι δεν ήταν ο δημοφιλής έφηβος που επιθυμούσε η μητέρα του, η οποία ήταν κομβικό πρόσωπο πάντα στη ζωή του και της απευθύνεται κάθε σελίδα αυτού του βιβλίου.

Η μητέρα του προσπαθούσε να κρατήσει τη θέση της καταγωγής τους, τη θέση μιας πρώην πλούσιας οικογένειας που καταστράφηκε οικονομικά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πατρική φιγούρα είναι επίσης ενδιαφέρουσα. Ο πατέρας του χάνει την όρασή του και ορισμένα γεγονότα που διαβάζουμε είναι οδυνηρά. Ο αφηγητής είναι βραδύγλωσσος και υφίσταται την κοροϊδία των συνομηλίκων του.

Σε αυτή τη σκληρή και περήφανη, ποιητική και συγκινητική ιστορία, ο αφηγητής θυμάται αγαπημένα πρόσωπα, τον παιδικό φίλο που πνίγηκε, την αγνοούμενη σύζυγο, τη μεγάλη καρδιά των γονιών του και άλλους ανθρώπους που πέρασαν από τη ζωή του. Και φυσικά δεν σταματά να αναλογίζεται τη χώρα του: «Η Ιταλία είχε καταλήξει στον πάτο της θάλασσας. Το ουρλιαχτό της σειρήνας, που ήχησε στ’ αυτιά ενός μικρούλη κάποιο ανοιξιάτικο ηλιοβασίλεμα στην είσοδο του κόλπου της Νάπολης, μέσα σε ένα μικρό εκδρομικό βαρκάκι, ήταν αποχαιρετισμός. Τα πράγματα έκλειναν μέσα τους ανεπανόρθωτους αποχωρισμούς κι εγώ δεν τους καταλάβαινα αμέσως, παρά αργότερα, πολύ αργότερα. Πήγαινα στο σχολείο και μάθαινα ότι η Ιταλία ήταν χερσόνησος, στεριά, όχι καράβι. Ημουν 6 χρονών και έδειχνα εγκαρτέρηση απέναντι στις διαψεύσεις που φέρνει μαζί της εκείνη η ηλικία: Διόρθωνα το σχήμα του κόσμου, σίγουρα δεν ήταν καράβι, ήταν μια μπότα, αλλά δεν μ ένοιαζε πια».

Σε αυτό το μυθιστόρημα, ο χρόνος ανακατευθύνεται, όπως ακριβώς η μητέρα κοίταζε τον νεογέννητο γιο της από το παράθυρο του νοσοκομείου, αλλά αυτός, τυφλός, δεν μπορούσε να τη δει, τώρα τον παρακολουθεί καθώς πεθαίνει, αλλά δεν μπορεί να τον αναγνωρίσει: αυτή είναι νέα, αυτός είναι γέρος. Είναι μια χαμένη συνάντηση. Οπως ακριβώς σύντομα συνειδητοποιούμε ότι ακόμη και το «Τόπος της Φράουλας», που αναζητά ο πρωταγωνιστής, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα.

Ο αναγνώστης καθηλώνεται από τις αναμνήσεις του αφηγητή. Σε αρκετά σημεία ταυτιζόμαστε μαζί του, συνειδητοποιούμε ότι ο χρόνος περνάει και ότι μπορεί να έχουμε μέσα μας πολλά που πρέπει να ειπωθούν. Υπάρχει όμως και πολύ χιούμορ σ’ αυτό το μικρό βιβλίο, όπως και αληθινή συγκίνηση.

Ο Ντε Λούκα, στο σπαρακτικό αυτό μυθιστόρημα, παραδέχεται μια μεγάλη αλήθεια για όλους μας, πως το παρελθόν μπορεί να έχει πολλές όψεις: «Επικαλούμαι τούτη την ώρα το παρελθόν με ακρίβεια, ίσως όμως όχι με ειλικρίνεια. Πολλές λεπτομέρειες δεν διαμορφώνουν μια ανάμνηση, πολλές αναμνήσεις δεν συνθέτουν ένα παρελθόν. Ας μη σε αδικώ, μαμά, ωστόσο δεν υπήρχε παρά μονάχα εκείνου, το δικό σου παρελθόν. Σου έτυχε ένας γιος ακατάλληλος για τα καθήκοντα που τον προόριζες, ένα παιδί μπερδεμένο, που μάζευε κομμάτια της ταυτότητάς του σε ένα παιχνίδι παρεξηγήσεων μαζί σου. Μου ξανάρχεται στον νου το παρελθόν σαν κάτι ολοκληρωμένο, από μια ανάγκη να ανήκω κάπου, μια ανάγκη που σήμερα με σπρώχνει προς τα κει, προς τις ρίζες».