«Η εγγαστρίμυθη φάλαινα». Τι τίτλος για ένα λογοτεχνικό έργο! Κι όμως, ακριβέστατος! Πρόκειται για το έκτο βιβλίο του Χρήστου Αστερίου, μια γιορτή μυθοπλασίας και λεξιλογικού πλούτου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα (Πατάκης), με την ομότιτλη νουβέλα να διαδραματίζεται στη Λατινική Αμερική και να εγκιβωτίζει πολλές ιστορίες-μέσα-στην-ιστορία. Από κοντά και έξι διηγήματα σε διαφορετικό ύφος και κλίμα, που τα περισσότερα (όπως πολύ συχνά στον συγκεκριμένο συγγραφέα) διαδραματίζονται κι αυτά εκτός συνόρων.
Αναφορά στον μυθικό Μόμπι Ντικ, πηγή έμπνευσης πλήθους λογοτεχνών, ο τίτλος της εισαγωγικής νουβέλας αγκαλιάζει και τις υπόλοιπες ιστορίες του τόμου, επισημαίνοντας ότι αυτό το βιβλίο «μιλά» με φωνές άλλων, όχι με τα βιώματα ή τα συναισθήματα του συγγραφέα του. Είναι ένα πυκνό βιβλίο που υποκλίνεται στην τέχνη της επινόησης και διαφοροποιείται προγραμματικά από τις δημοφιλείς λογοτεχνικές τάσεις της αυτομυθοπλασίας (autofiction), όσο και από τον συνδυασμό φανταστικών και πραγματικών γεγονότων όπως αυτός αποτυπώνεται στα δημοφιλή υπο-είδη faction (facts+fiction), docu-fiction ή new journalism. Αντ’ αυτών, συζητά με τόλμη τη λογοτεχνία ως πεδίο ελευθερίας και χειραφέτησης όσο και ως φορέα συντηρητισμού ή και ως πιθανή φυλακή, επίσης ως άσκηση έμπνευσης αλλά και ως πράξη εκδίκησης, ως παραμυθία αλλά και ως δύναμη αφύπνισης.
Παράλληλα, εξερευνά το εργαστήρι των συγγραφέων-δημιουργών, συζητά τα ρίσκα που παίρνουν αλλά και τις αδυναμίες τους, π.χ. την εγωπάθειά τους, τη μετριότητα που δεν παραδέχονται, τον κυνισμό τους (εξαιρετικό το διήγημα «Απογραφή» για την αναζήτηση του νοήματος στο έργο τέχνης), ενώ παράλληλα δοκιμάζει ποικίλες αφηγηματικές τεχνικές κερδίζοντας δύσκολα αφηγηματικά στοιχήματα (όπως π.χ. η αφήγηση σε α’ πληθυντικό). Και μαζί με όλα, αποτίνει φόρο τιμής στο βιβλίο ως αντικείμενο και φετίχ, ως συντροφιά ή κοινή αναφορά, που φωτίζει ή παραχαράσσει την αλήθεια, που σώζει ή καταστρέφει, που μπορεί να μετατρέπεται σε διαμάντι μουσειακό, σε θησαυρό ανενεργό ή ταριχευμένη δύναμη, όμως άλλες φορές δρα απελευθερωτικά για το κοινό του.
Ο Αστερίου είναι ένας πεζογράφος που μιλά λοξά στα έργα του για το κλίμα της εποχής με την οποία κάθε φορά συνομιλεί. Ηταν χαρακτηριστικά το «Ισλα Μπόα» του 2012, των μνημονίων και της φτωχοποίησης της κοινωνίας, ή οι «Μικρές Αυτοκρατορίες. Muratti, ένας αποχαιρετισμός», ευφυές faction του 2021 (εκδ. Πόλις) με αφορμή τον αντικαπνιστικό «κανόνα». Ετσι και στην τελείως ιδιαίτερη νουβέλα «Εγγαστρίμυθη φάλαινα», που χωρίζεται σε τρία μέρη και υιοθετεί κάθε φορά διαφορετική οπτική γωνία, το αναγνωστικό κοινό δεν είναι ποτέ σίγουρο για το ποιος λέει την αλήθεια. Διότι εδώ, ο συγγραφέας βάζει στο τραπέζι το ζήτημα της φερεγγυότητας ή μη, του αφηγητή. Ενα ζήτημα καυτό στις μέρες μας.
Ετσι, η νουβέλα είναι απολύτως επίκαιρη παρότι η δράση διατρέχει τουλάχιστον έναν αιώνα στη Νότια Αμερική ξεκινώντας από ένα φτωχό καπηλειό μέσα στη ζούγκλα που θα μετατραπεί σε βιβλιοπωλείο (επονομαζόμενο «Το κήτος»), άσυλο, και παράδεισο που θα προσελκύσει περιηγητές και περίεργους από τις τέσσερις γωνιές του πλανήτη.
Και έπειτα θα γίνει μουσειακό αξιοθέατο, φημισμένο αλλά άψυχο, και αυτό το εγωιστικό όραμα θα προκαλέσει ανταγωνισμούς στην τοπική κοινωνία, όπου η μία ανατροπή θα φέρει την άλλη και ο συγγραφέας θα αλλάξει οπτική γωνία, θα «ακούσει» έναν παράξενο ιερωμένο και θα μας προκαλέσει να αναρωτηθούμε αν γίνεται παραχάραξη της ιστορίας που παρακολουθήσαμε.
Τελικά ποιος λέει την αλήθεια; Μήπως τα ντοκουμέντα ήταν σκηνοθετημένα; Ποιος χειραγωγεί την κοινωνία; Πότε η αλήθεια γίνεται ψέμα; Το ψέμα είναι συνειδητό ή όχι; Η φάλαινα, το ιερό ζώο, είναι άραγε ψέμα; Για όλους ή για λίγους; Γιατί ένα ιερό βιβλίο για ένα κήτος αφήνει αίμα πίσω του; Ισως είναι απλό: επειδή μια κάποια λογοτεχνία έχει ρίσκο, προκαλεί πάθη και, πάντως, στοιχειώνει το κοινό της.
Αυτήν τη διάσταση πραγματεύονται σε τούτο το βιβλίο και τα διηγήματα «Μπορνχόλμερστράσσε» (μια αλληγορία για την τέχνη και την ελευθερία με αφορμή την πτώση του Τείχους του Βερολίνου) και «Ντούσκα» (όπου η Σάρα Μπερνάρ αλληλογραφεί με τον Ρασπούτιν).
«Ακόμη και αυτοί που λένε “δεν διαβάζω” αποζητούν μια παραμυθία που δεν μπορεί να τους την προσφέρει ο ρεαλισμός» υποστηρίζει ο Αστερίου, κι ας συμπεριλαμβάνει σε τούτο το βιβλίο του ένα διήγημα αμιγώς ρεαλιστικό, από τα καλύτερά του, όπως ο «Σταθμός διοδίων».
Συγγραφέας που μαθήτευσε κοντά στον Ε.Χ. Γονατά και έμπειρος μεταφραστής από τα γερμανικά, ο Χρήστος Αστερίου (γ. 1971) εμφανίστηκε στα γράμματα το 2003 και έχει στο ενεργητικό του έξι λογοτεχνικά έργα.
Εχει διδάξει πέντε χρόνια στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου ιστορία της ελληνικής γλώσσας και μετάφραση (2016-2021) και πλέον εργάζεται στην Αθήνα ως εκπαιδευτικός. Πρόσφατα εκλέχτηκε αντιπρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων, με πρόεδρο τον Κώστα Κατσουλάρη, αλλά δεν είναι από τους αιθεροβάμονες που θα αρκεστούν να μιλήσουν ρομαντικά για τη σημασία των βιβλίων στην εποχή της παντοδυναμίας της εικόνας.
Δεν είναι τυχαίο ότι στην «Εγγαστρίμυθη φάλαινα» υπάρχει και ένα διήγημα για την πολιτική παράνοια, το «Φερμουάρ», τοποθετημένο στο κοντινό μέλλον. Ο συγγραφέας είναι ξεκάθαρος: «Φυσικά με ενδιαφέρει η πολιτική, αν δεν συνέβαινε αυτό θα σήμαινε ότι δεν καταλαβαίνω τι γίνεται γύρω μου. Κι αν κάποτε υπήρξε μια περίοδος μακαριότητας όπου μπορούσες να απέχεις, τώρα που βλέπεις την αλαζονεία ενός συστήματος που έχει ξεπεράσει κάθε όριο, πώς μπορείς να μην ενδιαφέρεσαι; Τα πράγματα αλλάζουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και κυριαρχεί η αίσθηση ότι είναι όλο και λιγότερα αυτά που μπορείς να κάνεις με μια παρέμβαση. Αλλά ακριβώς αυτή η κατάσταση σε ωθεί να πάρεις θέση δημόσια».
Τα πράγματα αλλάζουν και με την εδραίωση της τεχνητής νοημοσύνης… «Τώρα το στοίχημα είναι να είμαστε πιο καίριοι, πιο διεισδυτικοί, πιο ενδιαφέροντες από την Α.Ι.» σχολιάζει ο Αστερίου. «Εγώ π.χ. απομακρύνθηκα από τον ρεαλισμό, στράφηκα προς μια λοξή προσέγγιση των πραγμάτων, προς κάτι λογοτεχνικά παράξενο που ο υπολογιστής δυσκολεύεται να αποδώσει.
Αλλά στην Ελλάδα τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα για εμάς. Η κυρίαρχη άποψη είναι πως το γράψιμο, η λογοτεχνία, είναι χόμπι. Από τη μία δεν σε παίρνουν στα σοβαρά αν πεις ότι το επάγγελμά σου είναι “συγγραφέας”, από την άλλη δεν υπάρχει κριτήριο αφού όλοι γράφουν, όλοι βρίσκουν εκδότη, και η κριτική βρίσκεται σε μεγάλη κρίση. Σήμερα, αυτό που μετρά είναι τα αστεράκια των Good Reads. Επιπλέον, ως συγγραφείς δεν έχουμε στην Ελλάδα ούτε καν τις υποδομές και τις παροχές που σε άλλα κράτη, και στα βαλκανικά, θεωρούνται δεδομένες: υποτροφίες, επιδοτήσεις μεταφράσεων, “Σπίτια Λογοτεχνίας”, πλέγμα υποστηρικτικό κ.ά. Αυτά (και άλλα) θα διεκδικήσει το νέο Δ.Σ. της Εταιρείας Συγγραφέων με την ενεργοποίηση και των νεότερων μελών της».
