ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κερασία Σαμαρά
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κάτω από συνθήκες επείγουσας ανάγκης ξεκούρασης, εκεί που νιώθεις ότι πια δεν αντέχεις να βλέπεις κανέναν και να ακούς τίποτα, μια αναπάντεχη ιδέα με οδήγησε νυχτιάτικα στο Λαύριο, ευτυχώς, μέσα σ’ ένα τζιπ. Δανεικό. Σάββατο με Πέμπτη θα ξεκουραστώ, σκέφτηκα. Αλλά, ως γνωστόν, όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο Θεός γελά…

Μπήκα στο πλοίο στις 00.30, κοιμήθηκα σε μια δίκλινη καμπίνα και μόλις 7 ώρες αργότερα, ξημερώθηκα μόνη στον Αη Στράτη.

Η συλλογική μνήμη ορίζει να περιβάλλεται κανείς τον μανδύα της ευλάβειας όταν πατάει το χώμα του νησιού, όμως, έτσι κι αλλιώς, ο τόπος είναι τυλιγμένος σ’ ένα πέπλο επίμονης σοβαρότητας, ως αντίσταση στο «τρέχον» και το κακόγουστο, στην ασχήμια της ανούσιας «ευκολίας».

Η λαμπερή καινούργια μέρα δεν μ’ άφησε να ξεκουραστώ. Πέταξα τα πράγματά μου στο δωμάτιο -περιποιημένο και καθαρό- και πήδηξα στο τζιπ για να κάνω αμέσως τον γύρο του νησιού, χωρίς χάρτη, ακολουθώντας τη θάλασσα.

Εκπληξη πρώτη: όλοι οι δρόμοι του νησιού είναι περιποιημένοι, βατοί χωματόδρομοι.

Εκπληξη δεύτερη: εκεί που τους διαβαίνεις, ξαφνικά, μια καγκελόπορτα σου φράζει τον δρόμο. Κατεβαίνεις, την ανοίγεις, περνάς, κατεβαίνεις, την ξανακλείνεις, σέρνοντάς την στο χώμα. Προφανώς, για να μην περνούν ανεξέλεγκτα τα ελεύθερα κατσίκια που κατακλύζουν το νησί… «Τα άφησαν ελεύθερα οι βοσκοί για να γλιτώσουν τα έξοδα τροφής, όμως αυτά τώρα ρημάζουν τα φυτά, τα ξεριζώνουν, τρώνε και των προβάτων την τροφή», μου λέει κάποιος αργότερα.

Φτάνω στην πρώτη παραλία: Αγιος Δημήτριος. Ερημιά… Η ώρα είναι 8.30. Νιώθω λίγο φοβισμένη. Εδώ και ώρα δεν έχω δει κανέναν άνθρωπο, πουθενά, και τώρα, έχοντας ανοίξει και κλείσει πίσω μου 2 καγκελόπορτες, βρίσκομαι ολομόναχη σε μια μυθική παραλία. Φυσάει, τα νερά πεντακάθαρα, πέλαγος, κάτι μου λέει να φύγω. Ισως, ο απόηχος της αθηναϊκής ακόμη αίσθησης κινδύνου, μετά από τόσες ειδήσεις γυναικοκτονιών σε όλη τη χώρα, μέρα μεσημέρι, σε μέρη πολύ ασφαλέστερα από τούτο εδώ…

Φεύγω πρόθυμα. Περνώ τη μοναδική ανεμογεννήτρια του νησιού -μια ανεπιθύμητη Καρυάτιδα- και κατευθύνομαι προς το Αλωνίτσι. Κι άλλες καγκελόπορτες, ακόμη κανείς, ερημιά, στα δεξιά μου γκρεμός και θάλασσα, απείραχτο τοπίο, οι δρόμοι χωμάτινοι, αλλά περιποιημένοι. Αξαφνα πινακίδα: Σπήλαιο Οσίου Ευστρατίου. Πηγαίνω. Ενα ξερό βοτάνι -τσάι, λιβάνι;- μυρίζει υπέροχα. Μια κλειδωμένη εκκλησία και μια είσοδος σπηλαίου, επίσης κλειδωμένη, πώς αλλιώς, αφού τα αμνοερίφια φαίνεται να το προτιμούν για σπίτι τους… Γιορτάζουμε την ίδια μέρα, 13 Δεκεμβρίου τα γενέθλιά μου, στη γιορτή του Οσίου, που μόνασε στο χείλος του γκρεμού, εδώ που η θέα σε κάνει να ευλογείς την Ομορφιά του κόσμου.

Στο Αλωνίτσι, από ψηλά, το πέλαγος μοιάζει αφιλόξενο. Απότομα αργιλώδη βράχια πλαισιώνουν μια τεράστια αμμώδη έκταση που καταλήγει στην παραλία. Ενας ξασπρισμένος κορμός δέντρου. Εδώ κάνω την πρώτη βουτιά. Δύσκολη απόφαση. Τα ρεύματα είναι φανερά και πίσω, έρημη έκταση απόλυτης ησυχίας. Κανείς, πουθενά.

Η θάλασσα με κερδίζει. Δροσερά, κρυστάλλινα νερά και η μέρα σιγά σιγά, καθώς μεσημεριάζει, με κάνει να νιώθω λιγότερο φοβισμένη. Δεν θέλω να βγω, αλλά ο ήλιος αρχίζει να καίει κι εγώ δεν έχω βάλει αντηλιακό ακόμη. Τι βλακεία, το έχω αφήσει στο δωμάτιο. Πίσω στο τζιπ. Ανεβαίνω τον δρόμο και τότε, να… ένα αυτοκίνητο! Αγροτικό, μ’ ένα όμορφο ζευγάρι ντόπιων κτηνοτρόφων. Η Αντωνία και ο Οδυσσέας. Μου δίνουν οδηγίες σχετικά με τα αξιοθέατα του νησιού, μα έχω ήδη επισκεφθεί κάποια από αυτά. Κανονίζουμε να βρεθούμε το βράδυ. Και αποχωριζόμαστε. Επιστρέφω στον μοναδικό οικισμό.

Η φιλική, όμορφη, ήσυχη οργανωμένη παραλιούλα του πεντακάθαρου οικισμού, δίπλα στο λιμάνι, με τις δωρεάν ξαπλώστρες και ομπρέλες, με κρατά εκεί μέχρι το απόγευμα. Κάνει ψύχρα! Ακόμη χωρίς αντιηλιακό… Επιστρέφω στο δωμάτιο και κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Οοοοοοοοχιιιιι! Εχω καεί! Φαρμακείο δεν υπάρχει. Τρέχω στο ιατρείο! Σάββατο απόγευμα είναι εκεί ο γιατρός και η νοσοκόμα. Με εξυπηρετούν αμέσως. Δεν είναι σοβαρό. Ας συνεχίσουμε τις διακοπές. Ηλιοβασίλεμα στην παραλία της ΔΕΗ, υπέροχη, δίπλα στην άλλη. Το βράδυ συναντώ τον Οδυσσέα και την Αντωνία. Μου λένε για τις δυσκολίες του χειμώνα. «Δεν υπάρχει συχνή συγκοινωνία τον χειμώνα με το νησί, πώς μπορεί να διαθέσει κανείς στο εμπόριο τα αγαθά του; Ευτυχώς, υπάρχει άμεση ανταπόκριση στα θέματα επείγουσας νοσηλείας, το νησί είναι αύταρκες σε νερό, έχει πηγές, υπάρχει σχολείο…»

Φεύγω, χτυπά το τηλέφωνο. Κακό μαντάτο. Πρέπει να επιστρέψω άμεσα. Ρωτώ σε πόση ώρα φεύγει το πλοίο, σε 20 λεπτά! Ω Θεέ μου! Τρέχω στο δωμάτιο, πετάω τα πάντα ανάκατα στη βαλίτσα, το πλοίο σφυρίζει. Το ’χασα… Τηλεφωνώ. «Μη βιάζεσαι, δεν θα αλλάξει κάτι, έλα αύριο, όποτε μπορείς…». Αύριο, όμως, δεν έχει πλοίο, παρά μόνο για Καβάλα, Δευτέρα, λοιπόν, μέσω Χίου. Εν αναμονή… Ξαφνικά κι άλλο σφύριγμα! Μα δεν είχε φύγει το πλοίο; Οχι, ερχόταν! Μάλιστα…

Την Κυριακή, προσκύνημα στους τόπους εξορίας: στον Αγιο Μηνά, εκεί που βρίσκονταν απομονωμένοι, στο μνημείο τους. 100 σκαλιά και μια εκκλησία. Κατόπιν, στο αναρρωτήριο, όπου πέθαναν από πείνα 40 άνθρωποι, τώρα μουσείο πια… Στο νεκροταφείο, ψηλά, με την ομορφότερη θέα του νησιού… «Οι κρατούμενοι διαμόρφωσαν το τοπίο της γης και της ψυχής», μου λένε. Ο Αη Στράτης σφραγίστηκε από την εξορία που ξεκίνησε κιόλας επί Μεταξά. Ανατριχιαστικές ιστορίες εγκλημάτων και ανθρωπιάς, γεμάτες από ηρωισμό, προδοσία, πόνο, δύναμη, τρυφερότητα, μίσος, στοιχειώνουν και καθαγιάζουν το τοπίο.

Φεύγω και οι αναμνήσεις της «Αδειας ποδηλάτου», της παράστασής μου με τα γράμματα των κρατουμένων, με κυνηγούν. Οχι, δεν αντέχω να συγκινηθώ. Δεν έχω φάει από την Παρασκευή, αλλά δεν μπορώ να φάω τίποτα. Πίνω καφέ στη δροσερή, περιποιημένη πλατεία, στην ευγενική Ελλη, με τις χειροποίητες πίτες, και επιστρέφω στο δωμάτιό μου. Στις 5.30, ξαναφεύγω για εξερεύνηση. Σε μισή ώρα, ανοίγω την τρίτη καγκελόπορτα. Καθώς την ακουμπάω στο χώμα, το σκουριασμένο σίδερο με χτυπά, μόνο τόσο ώστε να ματώσει λίγο το πόδι μου. Ουπς! Δεν έχω κάνει εμβόλιο! Αλλά δεν πάω πουθενά αν δεν δω την παραλία του Λιδαριού. Σε λίγο, ολομόναχη, αντικρίζω έρημη την ομορφότερη παραλία του νησιού. Μπαίνω στα νερά που αστράφτουν από το επερχόμενο ηλιοβασίλεμα. Σκαρφαλώνω σ’ ένα υψωματάκι και κάθομαι κάτω από μια βελανιδιά. Μια ώρα παραδεισένιας ησυχίας. Με βαριά καρδιά, φεύγω για το ιατρείο. Δεύτερη φορά σε δυο μέρες. Ο νεαρός γιατρός, πάντα εκεί, χαμογελά με κατανόηση. Κάνουμε τον αντιτετανικό ορό. Δύσκολα κρύβει την περίσκεψή του σε σχέση με τις συνθήκες των ιατρείων στα ακριτικά νησιά, παρά την προθυμία των Αρχών.

Τελειώνω τη μέρα μου στην παραλία του οικισμού, πασαλειμμένη με άργιλο. Ο ήλιος βυθίζεται.

Συναντώ τον δήμαρχο Κωνσταντίνο Σινάνη. Νέος, έμπειρος, με όραμα και γνώσεις. «Οταν νομίζεις ότι τα ξέρεις όλα, έχει αρχίσει η φθορά. Πασχίζουμε για τις 200 ψυχές που ζουν εδώ και τον χειμώνα και βιώνουν τις δυσκολίες του τόπου», μου λέει. «Η συγκοινωνία, που τον ερχόμενο χειμώνα θα έχει αποκατασταθεί, είναι το ζήτημα προς άμεση επίλυση, ενώ μεριμνούμε διαρκώς για την καθαριότητα και οργανώνουμε την ανακύκλωση. Η αγροτική οδοποιία είναι το μεγάλο μας πρόβλημα. Αλιεία και κτηνοτροφία εξαρτώνται από αυτήν. Προσπαθούμε να ισορροπήσουμε ανάμεσα στην αισθητική διατήρηση του τοπίου και σε οδική ασφάλεια και οικονομική ευμάρεια. Η μεγάλη μας προσπάθεια στρέφεται προς την απόκτηση πρατηρίου καυσίμων στο νησί. Ας μην ξεχνάμε ότι ζούμε υπό τους οικονομικούς -και όχι μόνο- όρους της διπλής νησιωτικότητας, που ορίζουν και διπλά έξοδα σε όλα».

Μου χαρίζει το Λεύκωμα του Αη Στράτη, με φωτογραφίες-ντοκουμέντα από τις αρχές του αιώνα. Τον αποχαιρετώ.

Τρώω, για πρώτη φορά, στη μοναδική ταβερνούλα του νησιού. Ολόφρεσκες γαρίδες και μπαρμπούνια σπαρταριστά. Μαζεύω τα πράγματά μου. Αύριο, αναχώρηση στις 18.30…

Παραλία Φτελιό, πρωί πρωί. Χαμογελώ. Οι παραλίες, εκτός από το Αλωνίτσι, είναι σχεδόν πανομοιότυπες, αλλάζει μόνο η έκταση και ο προσανατολισμός τους. Κάνω το τελευταίο μπάνιο, ξανά στο Αλωνίτσι. Ερημη ξανά η παραλία. Αποχαιρετώ.

Στο πλοίο, ζητώ ευγενικά μια μονόκλινη καμπίνα, αφού υπάρχει διαθεσιμότητα. Ο ρεσεψιονίστ θυμάται τα πάντα: σε ποια καμπίνα είχα ταξιδέψει πριν, πού πήγαινε η συνταξιδιώτισσά μου, ποιο κρεβάτι είχα…. «Αδύνατον», του λέω και χαμογελά.

Ανεβαίνω στο κατάστρωμα. Ηλιοβασίλεμα και πάλι. Σκέφτομαι ότι ο τόπος αυτός μοιάζει με ένα ουράνιο τόξο, με χρώματα της ανθρώπινης ύπαρξης, ανοίγει μπροστά σου μια βεντάλια από ερημιά, σκληράδα, ζεστασιά, αγριάδα, ανάταση, λαχτάρα, ομορφιά και, κυρίως, Σιωπή.