Με μότο διαλεγμένο από την ομηρική «Οδύσσεια» και με έναν «Πρόλογο» περιεκτικό και επί της ουσίας από την πρόεδρο του Ναυτικού Μουσείου Αναστασία Αναγνωστοπούλου-Παλούμπη, ο σκληρόδετος, ζηλευτά εικονογραφημένος με υλικό από τα αρχεία αυτής της «κιβωτού της Ναυτοσύνης» τόμος, αποτέλεσμα της συνεργασίας του συνεπώνυμού της προέδρου αντιναυάρχου (ε.α.) Π.Ν. και του προέδρου της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς, παραδίδει μια συλλογή «χαρακτηριστικών για την δημιουργία και σφυρηλάτηση της ελληνικής ναυτικής παράδοσης δια μέσου των αιώνων» μικρών ιστοριών, χωρίς να αποκρύπτει, όμως, και τα, οσοδήποτε λίγα, μελανά σημεία (οι σχετικές αναφορές προσεχώς), τα οποία, πάντως, αποτελούν εξαιρέσεις επιβεβαιώνουσες τον κανόνα μιας ναυτικής εποποιΐας που ξεκίνησε με το πρώτο τεκμηριωμένο ταξίδι από την Μήλο στην Αργολίδα πριν από 10.000 χρόνια.

Το εισαγωγικό κεφάλαιο, «Προϊστορία και Πρωτοϊστορία», μεστό πληροφοριών –όπως: γιατί ονομάστηκε «σήραγγα» (ή, στο επόμενο κεφάλαιο, πού οφείλεται η ονομασία «φάρος»), ποιο κοινωνικό έργο/πρόβλημα απηχούν οι άθλοι του Ηρακλή, γιατί η (εμπορική) εκστρατεία των Μινύων στην Κολχίδα (Δυτική Γεωργία) έχει πάρει το όνομα του πεντηκόντορου πλοίου «Αργώ», τεχνολογικού επιτεύγματος της εποχής, με το οποίο έγινε, τι υποδεικνύει η καταγραφή του στόλου στη Β΄ ραψωδία της Ομήρου «Ιλιάδας» αν όχι τις (συμ)μετέχουσες σε μια εμπορική συνομοσπονδία πόλεις/ναυτικές δυνάμεις, τις οποίες απειλούσε η ανταγωνίστρια Τροία, και τι η ύπαρξη στον όρμο της Φρεαττύδας του Πειραιά (όπου βρίσκεται σήμερα το Ναυτικό Μουσείο) ενός ειδικού δικαστηρίου αποκλειστικά για τις υποθέσεις εγκλημάτων εξ αμελείας που είχαν τελεστεί σε ξένη γη (και για τα οποία οι δράστες κρίνονταν «ιστάμενοι επί πλοίου» προκειμένου να μην προλάβουν να πατήσουν τα πάτρια εδάφη εάν πρώτα δεν αποδεικνυόταν η αθωότητά τους), αν όχι ότι τέτοιες υποθέσεις ήταν πολυάριθμες, εξαιτίας του μεγάλου πλήθους των ναυτών πολεμιστών και εμπόρων, που όργωναν τις τότε γνωστές θάλασσες –ακολουθείται από το «Στα χρόνια της κλασικής αρχαιότητας»– όταν τη «μονήρη» πεντηκόντορο διαδέχθηκε η «διήρης», ώσπου, σύντομα, η διπλή σειρά ερετών έγινε τριπλή και η «προκύψασα» «τριήρης» ταυτίστηκε με το απόλυτο όπλο τού τότε ναυτικού πολέμου, ενώ, από την άλλη, τα πλατιά εμπορικά «στρογγύλα πλοία» χρησιμοποιούσαν μόνον ιστία και ήταν αυτά που κατέπλεαν κατάφορτα στο επίνειο, τουτέστιν στους τρεις πειραϊκούς λιμένες, προσφέροντας την ευμάρεια που ανέδειξε την Αθήνα σε μέγα κέντρο πολιτισμού.
Το Α΄ Μέρος κλείνει με το κεφάλαιο «Από τις ρωμαϊκές γαλέρες στους βυζαντινούς δρόμωνες», όπου, μεταξύ άλλων τεχνικών ζητημάτων, εξηγείται ότι ο δρόμων ήταν η μετεξέλιξη της διήρους/τριήρους, συνοδευόμενη από την προσθήκη ενός δεύτερου ερέτη (δίκροτος) σε κάθε κουπί, και έχουσα χρήση διπλή, πολεμική και εμπορική, ενώ εξακολουθούσαν, βέβαια, να υπάρχουν και τα ιστιοφόρα εμπορικά σκάφη.
Η επικράτηση των Λατίνων στις θαλάσσιες οδούς, εξαιτίας, εν μέρει, λανθασμένων χειρισμών από το θνήσκον Βυζάντιο, οδηγεί στο Β′ Μέρος του τόμου, όπου έκαστο κεφάλαιο καλύπτει μια ιστορική περίοδο, εστιάζοντας όχι μόνον στα αντίστοιχα πολεμικά γεγονότα, αλλά, επίσης, σε συγκεκριμένες προσωπικότητες (αρκετές εξ αυτών γυναίκες), σε λιγότερο γνωστά αλλά ιδιαίτερου ενδιαφέροντος περιστατικά ή σε αξιομνημόνευτες περιπτώσεις ξεχωριστών, για ποικίλους λόγους, πλοίων. Στο κεφάλαιο για την Επανάσταση του 1821, ειδική ενότητα αφιερώνεται, λόγου χάριν, στον παράτολμο προεπαναστατικό Υδραίο καπετάνιο, έμπορο και ποντοπόρο Δημήτριο Σαρκώση, όπως και στο πλοίο «Καλομοίρα» της Θρακιώτισσας καπετάνισσας Δόμνας Βισβίζη, η οποία μετά τον θάνατο του συζύγου της, Φιλικού Αντώνη Βισβίζη, ανέλαβε η ίδια το εντυπωσιακά μεγάλο πλοίο του με τα 16 κανόνια, τα 140 άτομα πλήρωμα και την τεράστια σάλα (όπου αργότερα θα συνεδρίαζε η προσωρινή κυβέρνηση) και έγινε «ο τρόμος των Τούρκων στα νερά της Εύβοιας». Την αξία μιας τέτοιας γυναίκας, που είχε φτάσει να αποκαλείται «Κυρά των Θαλασσών», η αγνώμων Πολιτεία την αμφισβήτησε (όπως έγινε, άλλωστε, και με την υποστράτηγο, πλην καταλήξασα, ουσιαστικά, άστεγη, Μαντώ Μαυρογένους), καταδικάζοντας αυτήν και τα πέντε παιδιά της στην ένδεια, ενώ μόλις το 2005 θυμήθηκε να την τιμήσει με την τοποθέτηση της προτομής της στο «Πάνθεον των Ηρώων [και Ηρωίδων]» στο Πεδίον του Αρεως.
Η αρχαιότερη παγκοσμίως «Ναυτική Σχολή» ιδρύθηκε το 1749 στην Υδρα· διότι οι Ελληνες δεν έπαψαν ποτέ τα θαλάσσια ταξίδια τους, καθώς, αφενός, βάσει του υποχρεωτικού ναυτολογικού θεσμού των «Μελλάχηδων», θήτευαν στο Οθωμανικό Πολεμικό Ναυτικό, και, αφετέρου, ναυπήγησαν, υπό την προστασία της ρωσικής σημαίας και χάρη στη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), μεγάλους εμπορικούς στόλους που έφεραν (χάρη και στο εφαρμοζόμενο πρωτότυπο συνεταιριστικό σύστημα) την οικονομική άνθηση, καθοριστικό παράγοντα για την έκβαση του Αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας. Οι πρώτοι βαθμοί του ελληνικού πολεμικού ναυτικού απονεμήθηκαν, λοιπόν, σε ναυτικούς εμπόρους, οι οποίοι, πάντως, είχαν ήδη αποδείξει τις ικανότητές τους κατά τα προεπαναστατικά χρόνια, πολεμώντας εναντίον των πειρατών (οι τελευταίοι είχαν αναγκάσει την οθωμανική διοίκηση να εγκρίνει τον εξοπλισμό των εμπορικών πλοίων, ανερχόμενων το 1813 σε 615, και με λίγα πυροβόλα).
Η ναυτική σημαία ενός χιώτικου πλοίου ήταν η πρώτη που υψώθηκε στην Ακρόπολη στις 2.4.1833. Τις επόμενες δεκαετίες η ναυτοσύνη του ελεύθερου κράτους θεμελιώνεται είτε μέσω πολεμικών κατορθωμάτων είτε μέσω της ατμήρους, πλέον, και θριαμβεύουσας εμπορικής ναυτιλίας (η οποία, επιπλέον, αποτέλεσε το «τέταρτο όπλο», τον «άξιο βοηθό και συμπαραστάτη των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στους αλλεπάλληλους στη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ού αιώνα εθνικούς αγώνες»), είτε μέσω της ωκεανοπόρου ναυτιλίας, για την οποία τεράστια υπήρξε, ασφαλώς, η ώθηση από τη γιγάντωση του μεταναστευτικού ρεύματος άμα τη ενάρξει του 20ού αιώνα, είτε μέσω της απλής επιβατηγού ναυτιλίας (ειδικά στις αρχές, όταν ακόμα και οι περισσότεροι χερσαίοι προορισμοί προσεγγίζονταν με πλοία, ελλείψει οδικού και αξιόπιστου σιδηροδρομικού δικτύου).
«Πράγματα συμπαθητικά», τα παραπάνω, «δικά-μας, Γραικικά», όπως γράφει ο Κ. Π. Καβάφης στο «Πάρθεν». Ωστόσο… ούτε της Ναυτικής Ιστορίας οι Δέλτοι έχουν μείνει αλέκιαστες.
