ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τάσος Σαραντής
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Απαγορεύσεις χρήσης λάστιχων ποτίσματος έχουν ανακοινωθεί σε περιοχές της Αγγλίας αυτό το καλοκαίρι. Μετά την πιο ξηρή άνοιξη εδώ και πάνω από έναν αιώνα, η βρετανική Υπηρεσία Περιβάλλοντος εξέδωσε προειδοποίηση για μέτριο κίνδυνο ξηρασίας. Πρόκειται για μια γνωστή ιστορία: μειωμένες βροχοπτώσεις, συρρίκνωση των ταμιευτήρων και ανανεωμένες εκκλήσεις για αυτοσυγκράτηση, όπως κάντε πιο σύντομα ντους, αποφύγετε το πότισμα του γκαζόν, κλείστε τη βρύση ενώ βουρτσίζετε τα δόντια σας.

Αυτές οι εκκλήσεις για προσωπική ευθύνη αντανακλούν έναν ευρύτερο τρόπο σκέψης για το νερό: ότι όλοι, παντού, αντιμετωπίζουν την ίδια κρίση και ότι οι μικρές ατομικές ενέργειες αποτελούν μια ουσιαστική απάντηση. Αλλά τι γίνεται αν αυτή η αφήγηση, όσο οικεία κι αν είναι, αποκρύπτει περισσότερα από όσα αποκαλύπτει;

Στο νέο του βιβλίο, «Δίψα: η παγκόσμια περιπέτεια για την επίλυση της λειψυδρίας», ο καθηγητής Γεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο του Ρέντινγκ, Φιλίπο Μένγκα, υποστηρίζει ότι η φράση «παγκόσμια λειψυδρία» μπορεί να κάνει περισσότερο κακό παρά καλό. Κι αυτό, διότι απλοποιεί μια σύνθετη παγκόσμια πραγματικότητα που συμπτύσσει εντελώς διαφορετικές καταστάσεις σε μια φαινομενικά κοινή έκτακτη ανάγκη. Που, ενώ υπονοεί επείγουσα ανάγκη, αποκρύπτει αυτά ακριβώς που έχουν σημασία: τις αιτίες, την πολιτική και τη δυναμική της εξουσίας που καθορίζουν ποιος παίρνει νερό και ποιος όχι.

Πολλές μικρές κρίσεις

Αυτό που ονομάζουμε ενιαία κρίση, γράφει ο Μένγκα στον ιστότοπο Conversation, είναι στην πραγματικότητα πολλές ξεχωριστές κρίσεις. Για να το δούμε αυτό καθαρά, πρέπει να εξετάσουμε προσεκτικά πώς εκδηλώνεται η ξηρασία σε διαφορετικά μέρη. Και επικεντρώνεται σε τρεις περιοχές που αντιμετωπίζουν έλλειψη νερού με ριζικά διαφορετικούς τρόπους. Η ξηρασία στο Ηνωμένο Βασίλειο σπάνια είναι αποτέλεσμα απόλυτης σπανιότητας νερού. Η χώρα δέχεται σχετικά σταθερές βροχοπτώσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Ακόμα και όταν προκύπτουν ξηρασίες, το υποκείμενο ζήτημα είναι ο τρόπος διαχείρισης, διανομής και συντήρησης του νερού.

Περίπου το ένα πέμπτο του επεξεργασμένου νερού χάνεται μέσω διαρροών των σωλήνων, μερικοί από τους οποίους είναι άνω του ενός αιώνα. Ταυτόχρονα, οι ιδιωτικοποιημένες εταιρείες ύδρευσης έχουν δεχθεί έλεγχο για την αδυναμία τους να επενδύσουν σε υποδομές, ενώ παράλληλα καταβάλλουν δισεκατομμύρια σε μερίσματα στους μετόχους. Eτσι, οι εκκλήσεις για μείωση της χρήσης νερού από τα νοικοκυριά συχνά έχουν μια δυσαρμονική χροιά.

Οι ξηρασίες στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι μόνο προϊόν της κλιματικής μεταβλητότητας. Διαμορφώνονται επίσης από πολιτικές αποφάσεις και τις αποτυχίες των ρυθμιστικών αρχών. Η προσωρινή έλλειψη γίνεται μια επαναλαμβανόμενη κρίση, λόγω των δομών που προορίζονται για τη διαχείρισή της.

Πολιτική και αποικιοκρατία

Στο Κέρας της Αφρικής, η ξηρασία είναι καταστροφική – η χειρότερη των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών. Από το 2020, η περιοχή έχει βιώσει πέντε συνεχόμενες περιόδους ανομβρίας. Περισσότεροι από 30 εκατομμύρια άνθρωποι σε όλη την Αιθιοπία, τη Σομαλία και την Κένυα αντιμετωπίζουν επισιτιστική ανασφάλεια. Τα μέσα διαβίωσης έχουν καταρρεύσει και εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί.

Η κλιματική αλλαγή είναι ένας παράγοντας, αλλά και η πολιτική. Οι ένοπλες συγκρούσεις, η αδύναμη διακυβέρνηση και οι δεκαετίες υποεπένδυσης έχουν αφήσει τις κοινότητες επικίνδυνα εκτεθειμένες. Αυτές οι ευπάθειες έχουν τις ρίζες τους σε μακρύτερες ιστορίες αποικιακής εκμετάλλευσης και, πιο πρόσφατα, στην ιδιωτικοποίηση βασικών υπηρεσιών. Οι τοπικές προσπάθειες προσαρμογής στην ξηρασία (όπως η εκσκαφή νέων πηγαδιών, η φύτευση ανθεκτικών στην ξηρασία καλλιεργειών) είναι συχνά άτυπες ή υποχρηματοδοτούνται.

Οταν παρατεταμένες ξηρασίες χτυπούν μέρη που ήδη αντιμετωπίζουν φτώχεια, συγκρούσεις ή αδύναμη διακυβέρνηση, αυτές οι στρατηγικές αντιμετώπισης σπάνια είναι αρκετές. Η παρουσίαση της ξηρασίας που προκαλείται από το κλίμα ως απλώς ένα ακόμη κεφάλαιο σε μια παγκόσμια λειψυδρία διαγράφει τις συγκεκριμένες συνθήκες που την καθιστούν τόσο θανατηφόρα.

Η λειψυδρία στη Χιλή συχνά συνδέεται με την ξηρασία. Αλλά το υποκείμενο πρόβλημα είναι οι εξορύξεις. Η χώρα κατέχει πάνω από το ήμισυ των παγκόσμιων αποθεμάτων λιθίου, ενός μετάλλου κρίσιμου για τα ηλεκτρικά οχήματα και την αποθήκευση ενέργειας. Το λίθιο εξορύσσεται μέσω μιας διαδικασίας που περιλαμβάνει έντονη κατανάλωσης νερού στην έρημο Ατακάμα, ένα από τα πιο ξηρά μέρη στη Γη, συχνά σε γη αυτοχθόνων. Οι κοινότητες έχουν δει την πτώση της στάθμης του νερού και τους υγροτόπους να εξαφανίζονται, ενώ λαμβάνουν ελάχιστα οφέλη.

Οι νόμοι για τα ύδατα στη Χιλή, που θεσπίστηκαν υπό το καθεστώς Πινοσέτ, επιτρέπουν στις ιδιωτικές εταιρείες να κατέχουν μακροπρόθεσμα δικαιώματα, ανεξάρτητα από το περιβαλλοντικό ή κοινωνικό κόστος. Εδώ, η λειψυδρία οφείλεται λιγότερο στις βροχοπτώσεις και περισσότερο στον νόμο, την ιδιοκτησία και την παγκόσμια ζήτηση για τεχνολογίες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η παρουσίαση της κατάστασης της Χιλής ως απλώς ένα ακόμη παράδειγμα παγκόσμιας λειψυδρίας παραβλέπει τις βαθύτερες πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις που διαμορφώνουν τον τρόπο διαχείρισης του νερού και ποιος επωφελείται από αυτό.

Ετσι, ενώ η ξηρασία εντείνεται, οι αιτίες και οι συνέπειές της ποικίλλουν. Στο Ηνωμένο Βασίλειο πρόκειται για υποδομές και διακυβέρνηση, στο Κέρας της Αφρικής πρόκειται για ιστορική αδικία και συστημική παραμέληση και στη Χιλή πρόκειται για νομοθεσία και εξόρυξη πόρων.

Ο χαρακτηρισμός «Παγκόσμια λειψυδρία» υπεραπλουστεύει το ζήτημα και απομακρύνει την προσοχή από τις βαθύτερες αιτίες. Προωθεί τεχνικές λύσεις, αγνοώντας παράλληλα τα πολιτικά ερωτήματα σχετικά με το ποιος έχει πρόσβαση στο νερό και ποιος το ελέγχει. Στο βιβλίο του «Δίψα», ο Φ. Μένγκα υποστηρίζει ότι η λειψυδρία είναι πολιτισμική και πολιτική. Ποιος ελέγχει το νερό, ποιος επωφελείται από αυτό, ποιος επωμίζεται το κόστος της εξάντλησής του είναι τα καθοριστικά ερωτήματα της εποχής μας, καταλήγει.