Στα τέλη Μαΐου, η επιστημονική συζήτηση στο Πάντειο Πανεπιστήμιο «Ο ρόλος των ΜΚΟ στο κοινωνικό κράτος: Ζωτικό συμπλήρωμα ή συστημικό υποκατάστατο;», η οποία άνοιξε με αφορμή το βιβλίο του Νίκου Κουραχάνη «Βιομηχανία ανθρωπισμού», πυροδότησε έναν αναστοχασμό γύρω από τις πολιτικές προεκτάσεις της ανθρωπιστικής δράσης των κοινωφελών ιδρυμάτων. Ο συγγραφέας αναλύει μεταξύ άλλων την υπαρξιακή αντίφαση που βιώνουν οι ΜΚΟ «µε την εκτέλεση ανθρωπιστικών δράσεων οι οποίες ενίοτε διαβρώνουν την αξιοπρεπή διαβίωση». Σημειώνει ότι η εντατικοποίηση της συστηµικής ενσωµάτωσής τους συµπορεύθηκε µε την αποξένωσή τους από τα κοινωνικά κινήµατα.
Μήπως τελικά οι ΜΚΟ –όπως εξελίχθηκαν μέσα στη δίνη πολλαπλών κρίσεων– δεν είναι παρά ακόμα ένα αυτοάνοσο του νεοφιλευθερισμού;
Η κοινωνία των πολιτών δεν μπορεί να κατανοηθεί ωστόσο παρά μόνο σε σχέση με τα συμφραζόμενα στα οποία εντάσσεται. Ενδεικτικά στις ΗΠΑ οι ΜΚΟ προέκυψαν ως ανάγκη για τη δημιουργία ενός ενδιάμεσου «τρίτου τομέα» που θα στεκόταν με δυναμισμό ανάμεσα στην αγορά και στο κράτος μετά την απελευθέρωση των αγορών και τη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας τη δεκαετία του ’80. Στη Λατινική Αμερική η ανάπτυξη της κοινωνίας των πολιτών συνδέθηκε σχεδόν για όλους με την ύπαρξή της στις δικτατορίες των στρατιωτικών, αντικατοπτρίζοντας την πεποίθηση πως τα πολιτικά κόμματα είχαν αποτύχει. Στη Δυτική Ευρώπη, για τους φιλελεύθερους οι ΜΚΟ έγιναν το αντίβαρο στην εξάπλωση του κράτους, για τους σοσιαλδημοκράτες ήταν το όχι για τη διεύρυνση της συμμετοχικής δημοκρατίας ,ενώ για τους υπόλοιπους δεν ήταν παρά προϊόν εναντίωσης στην παγκόσμια και στην τοπική αναδιοργάνωση τόσο του κράτους όσο και του κεφαλαίου.
Τίνος το σύμπτωμα είναι σήμερα οι ΜΚΟ στην Ελλάδα; Πόσο ταυτόσημη έχει υπάρξει η έννοια της κοινωνίας των πολιτών με το κράτος και ποια είναι η σχέση της με την αγορά;
Αρχικά η «κοινωνία των πολιτών» άρχισε να ενδυναμώνεται κυρίως λόγω της ύπαρξης του κράτους. Οι αλλεπάλληλες κρίσεις της τελευταίας δεκαπενταετίας οδήγησαν σε σημαντική αναβάθμιση των ΜΚΟ στη χώρα μας, καθιερώνοντάς τες ως υποκατάστατο μιας κρατικής κοινωνικής πολιτικής σε αποδιάρθρωση, όπως αναφέρει ο Νίκος Κουραχάνης επισημαίνοντας τη «ΜΚΟποίηση» της κοινωνικής πολιτικής. Ο κοινωνικός και πολιτικός επιστήμονας υπογραμμίζει συγκεκριμένα πως η «ΜΚΟποίηση» της διαχείρισης της ακραίας φτώχειας διαπλάθεται σε ένα περιβάλλον πολιτικής εργαλειοποίησης και αποτελεί νευραλγικό άξονα του νεοφιλελεύθερου κράτους ευημερίας. Στη συνέχεια διερωτάται τι είδους αποτελέσματα παράγει εξηγώντας πως η πολιτική εργαλειοποίηση της ανθρωπιστικής δράσης αλλοιώνει θεμελιώδεις αρχές και αξίες του ανθρωπισμού, με αποτέλεσμα οι ΜΚΟ να οδηγούνται σε μια διαδικασία συστημικής ενσωμάτωσης, χάνοντας ταυτόχρονα την κοινωνική γείωσή τους.
Το βιβλίο αναφέρεται εκτενώς στην αύξηση του τεχνοκρατισµού των ΜΚΟ, στον ενστερνισµό µιας ανταγωνιστικής οργανωσιακής κουλτούρας στα πρότυπα της αγοράς, ενίοτε στην κυνική βιοπολιτική µεταχείριση των ωφελουµένων τους και παράλληλα στις ευέλικτες εργασιακές σχέσεις, που αποτελούν συνέπειες της νεοφιλελεύθερης αναβάθµισής τους. Η ανεξέλεγκτη μεγέθυνση αρκετών ΜΚΟ μετέβαλε ριζικά τη φυσιογνωμία τους… Η αναβάθμιση, δε, των ΜΚΟ κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης συνέβαλε περισσότερο στη διαχείριση και την απορρόφηση των κοινωνικών κραδασμών, παρά σε μια πιο αυθεντική έκφραση συλλογικών αντανακλαστικών των ενεργών πολιτών.
Διατρέχοντας το βιβλίο, διαπιστώνουμε παράλληλα και τον θετικό ρόλο αρκετών ΜΚΟ στο κοινωνικό κράτος όπως τις διεκδικήσεις και την άσκηση πίεσης προς το κράτος για ανανέωση της ατζέντας της κοινωνικής πολιτικής, τη δυνατότητα ανάπτυξης τεχνογνωσίας στη διαχείριση κοινωνικών προγραμμάτων πάνω σε διεθνή πρωτόκολλα και καλές πρακτικές, την ευελιξία τους στην ανάπτυξη καινοτόμων παρεμβάσεων και πειραματισμών, καθώς και τα ευέλικτα αντανακλαστικά μπροστά σε αυξημένες γραφειοκρατικές απαιτήσεις σε συνθήκες ανθρωπιστικής κρίσης. Κατά πόσο όμως η πλειονότητα των ΜΚΟ συμβάλλει στη συγκρότηση ενός κοινωνικού κράτους, ως μέρους μιας αναπτυξιακής πολιτικής; Μήπως τελικά οι ΜΚΟ –όπως εξελίχθηκαν μέσα στη δίνη πολλαπλών κρίσεων– δεν είναι παρά ακόμα ένα αυτοάνοσο του νεοφιλευθερισμού; Με τι όρους υπερασπιζόμαστε τις «γυμνές ζωές», φράση δανεική από τον Τζόρτζιο Αγκάμπεν και τι είδους απόλαυση αντλούμε από αυτή την υπεράσπιση; Για τον Αριστοτέλη, η κοινωνία των πολιτών ήταν μια διάσταση της κοινωνίας που περιείχε όλες τις άλλες. Η Λίντσεϊ Μαγκόι, κοινωνιολόγος από το Πανεπιστήμιο του Εσεξ, είχε αναφέρει πριν από μερικά χρόνια σε μια μελέτη της πως η φιλανθρωπία αυξάνεται πλέον στο πλαίσιο της ανεξέλεγκτης ανισότητας. Η πρόκληση συνεπώς για τις ΜΚΟ είναι να απαλλαγούν από τη φαντασίωση του ελέγχου μέσω της γενναιοδωρίας της εθελοντικής δράσης.
Για να καταφέρουν οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών να παρεμβαίνουν συλλογικά στη δημόσια σφαίρα, θα πρέπει να διαφυλάττουν την ανεξαρτησία και την αυτονομία τους στη χάραξη στρατηγικής και στις κοινωνικές τους παρεμβάσεις, όπως αναφέρει ο Ν. Κουραχάνης και ταυτόχρονα να «μεταφέρουν τα ζητήματα που απασχολούν τους ανθρώπους στο πεδίο της πολιτικής» –φράση δανεική από τον Χάμπερμας–, ενώ παράλληλα η κοινωνία των πολιτών θα πρέπει να παραγάγει ένα νέο είδος «εθελοντικού υποκειμένου». Τότε ίσως συντελεστεί η μετάβαση στην ανθρώπινη κοινωνική αλληλεγγύη ή αλλιώς στο solidalisme –όρος δανεικός από τον Λεόν Μπουρζουά για την περιγραφή της «αμοιβαίας ευθύνης που εγκαθίσταται ανάμεσα στους ανθρώπους»– με μια κοινωνία πολιτών που δεν θα επιτρέπει τη ΜΚΟποίηση της κοινωνικής πολιτικής και δεν θα πέφτει κατ’ επέκταση σε νέες υπαρξιακές αντιφάσεις.
