Με τη νουβέλα «Ταχυδρομική θυρίδα: Κιβωτός», η Χλόη Κουτσουμπέλη αποδομεί τον σεβάσμιο βιβλικό Νώε, όχι μόνο μέσα από τα μεθύσια του, γνωστά αυτά και από την Παλαιά Διαθήκη, αλλά και λόγω της πορνικής συμπεριφοράς ενός γέροντα προς τη φρέσκια, επιλεγμένη για «ιερούς» σκοπούς σάρκα – αυτό επινόηση της Κουτσουμπέλη, που ουδεμία σχέση έχει με την «πραγματική» ιστορία, αποτελεί όμως μια εξέλιξη που λογικά θα μπορούσε να έχει συμβεί μετά από ένα μεθύσι. Θυμίζω ότι ο Νώε αναφέρεται και ως ο πρώτος αγρότης και πρώτος καλλιεργητής της αμπέλου – έτσι τον απεικονίζει ο Μιχαήλ Αγγελος στην Καπέλα Σιξτίνα. Μεθυσμένος αφού ήπιε το κρασί της, αποκοιμήθηκε γυμνός μέσα στη σκηνή του.
Ο γιος του Χαμ τον είδε γυμνό και ειδοποίησε τους αδελφούς του, οι οποίοι τον κάλυψαν, ο Νώε ξύπνησε και καταράστηκε τον Χαμ με αιώνια δουλεία, ενώ έδωσε την ευλογία του στα άλλα δυο παιδιά του, τον Σημ και τον Ιάφεθ (Γέν. θ’ 20-27). Σύμφωνα με τη Βίβλο, από αυτούς κατάγονται όλοι οι σημερινοί λαοί της Γης: από τον Σημ οι Σημίτες (Αραβες, Εβραίοι κ.λπ.), από τον Ιάφεθ οι Ινδοευρωπαίοι («Αριοι»), από τον Χαμ οι μαύροι κάτοικοι της Αφρικής.(1)
Ξαναγυρνώ στο βιβλίο της Χλόης Κουτσουμπέλη «Ταχυδρομική θυρίδα: Κιβωτός». Ηδη ο τίτλος μάς παραπέμπει στην επικοινωνία μέσω επιστολών, συνήθεια μάλλον ξεχασμένη. Πρόκειται για επιστολές της νέας ευνοούμενης του Αγιου Νώε, της Σιγκάλ, προς την παλιά και εγκαταλειμμένη σύζυγο Εμζάρα, και της μάνας Εμζάρα στον γιο της Ιάφεθ, πέντε είναι συνολικά αυτές οι τελευταίες. Μέσα από αυτές τις επιστολές αναδεικνύεται το πρότυπο της σωστής γυναίκας: νέα, γερή, δυνατή, με φαρδιά λαγόνια, με ικανότητα τεκνοποίησης, εργατική, πιστή, αφοσιωμένη, με μεγαλοσύνη και κατανόηση απέναντι στις παρεκτροπές του άνδρα, εξαιρετική μαγείρισσα· σέβεται και θαυμάζει τον άνδρα της, υπακούει στον πατέρα που ορίζει τη μοίρα της κόρης του –φυσικά με το αντίστοιχο κέρδος–, σιωπηλή απέναντι στη βία που μπορεί να ασκούν επάνω της οι άνδρες της οικογένειας, πατέρας και αδελφοί. Η οποιαδήποτε θυσία από την πλευρά της πρέπει να εμφανίζεται ως αυτόβουλη και όχι υποχρεωτική και να καταλαβαίνει η ίδια πότε είναι «άχρηστη» και φυσικά να αποδέχεται τον χαρακτηρισμό. Οφείλει να κρύβει την ουσία της ύπαρξής της, να μη σκέφτεται, να μην αισθάνεται παρά μόνο φόβο για κάθε αρσενικό (άνδρα ή θεό), ενοχή και ντροπή για τη γνήσια ερωτική πράξη, ευτυχία και περηφάνια για τον γονιμοποιητικό της ρόλο και γιατί ένας σπουδαίος άνδρας μπορεί να τη διαλέξει «ανάμεσα σε όλες τις νεαρές γυναίκες που ήταν σε ηλικία τεκνοποίησης», να μη βλέπει το σώμα της σε καθρέφτη, το οποίο σώμα δεν της ανήκει, οπότε οφείλει να το παραχωρεί πρόθυμα και χωρίς να δείχνει την παραμικρή απέχθεια σε ανεπιθύμητα αγγίγματα.
Το βιβλίο αυτό ανατρέπει την παράδοση και την προσαρμόζει στα δεδομένα της εποχής. Η συγγραφέας δεν διστάζει να αμφισβητήσει, να κρίνει «ιερές» παραδόσεις και στερεότυπα, ενώ με τον δικό της γυναικείο τρόπο εμβάλλει τη συγχώρεση και εισηγείται έναν καινούργιο κόσμο αγάπης –η Αντιγόνη παραμένει ζωντανή παρουσία–, όπου οι άνθρωποι θα είναι ειλικρινείς με τα συναισθήματά τους.
Πολλαπλές σκέψεις προκαλεί το βιβλίο, συνειρμούς και συσχετισμούς, ας πούμε για το πώς οι συγγραφείς ανά τους αιώνες αντιλαμβάνονταν τη γυναίκα, π.χ. ο ποιητής Σημωνίδης Αμοργίνος («Ιαμβος κατά γυναικών», 7ος αι. π.Χ.), ο Φερνάντο ντε Ρόχας («Θελεστίνα», 16ος αι.), ο Σέξπιρ (17ος αι.). Απίστευτες είναι και οι ομοιότητες των λόγων της πρώτης και εγκαταλειμμένης λόγω ηλικίας συζύγου του Νώε με της Ανδρομάχης στις «Τρωάδες» και της Αγαύης στις «Βάκχες» του Ευριπίδη. Διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια, παρόμοιες διακρίσεις. Ομως η «Κιβωτός» είναι και ένα κείμενο για τη λειτουργία της ίδιας της γραφής: Γράφει η νεαρή Σιγκάλ: «… νόμιζα πως αν γράψω, θα λυτρωθώ, … η γραφή πια δεν λυτρώνει …, γιατί έσπασα το συμβόλαιο και με τον Νώε και με τον Θεό, και το χειρότερο, … δεν θα τολμήσω να σου στείλω αυτό τον πάπυρο, μόνη μου θα κουβαλήσω την ντροπή της πράξης μου».
Και αναρωτιέμαι αν η πράξη της ντροπής είναι η ίδια η γραφή και η τόλμη που απαιτείται γι’ αυτήν, ειδικά από μια γυναίκα.
(1) Η βιβλική αναφορά χρησιμοποιήθηκε τον 18ο και τον 19ο αιώνα στην Αμερική για να δικαιολογηθεί ο θεσμός της δουλείας. Ωστόσο, η «κατάρα του Χαμ» άγγιξε και τον 20ό αι. Βλ. ενδεικτικά David M. Whitford, The Curse of Ham in the Early Modern Era (Routledge 2009).
*Συγγραφέας, πρόεδρος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης
