ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρία Ψαρά
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ

«Φέρτε μας τις καταδίκες για τη διαφθορά!» Αυτό είναι το «κρυμμένο» μήνυμα της έκθεσης για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα, που παρουσίασε χθες η Κομισιόν.

Παρά τον γενικά θετικό τόνο που έχουν επιχειρήσει να δώσουν στις εξελίξεις από τον Ιούλιο του 2024 έως σήμερα, οι τεχνοκράτες της Κομισιόν υπό την πρόεδρο Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν δεν διστάζουν να αφήσουν αιχμές και υπονοούμενα σε πολλά σημεία της έκθεσης.

Οι συντάκτες της δεν κρύβουν τα λόγια τους για την καθυστέρηση στις δικαστικές αποφάσεις, την αμφίβολη ανεξαρτησία των ΜΜΕ, την υπονομευόμενη ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, αλλά και για τις αθωώσεις στις περιπτώσεις των υποκλοπών ή την αδυναμία καταπολέμησης της διαφθοράς, όπου η έκθεση καταγράφει στασιμότητα και περιορισμένα αποτελέσματα. Σε πολλά θέματα, εντοπίζουν «αποσπασματική, αργή και συχνά ασύμμετρη» πρόοδο.

Σε αυτή τη βάση, οι ειδικοί της Κομισιόν καλούν την Ελλάδα να συνεχίσει τις προσπάθειες «για τη δημιουργία ενός ισχυρού ιστορικού διώξεων και τελεσίδικων αποφάσεων σε υποθέσεις διαφθοράς, συμπεριλαμβανομένης της διαφθοράς υψηλού επιπέδου». Καλούν λοιπόν την Αθήνα να καταδικάσει τους ενόχους του ΟΠΕΚΕΠΕ αλλά και των υποθέσεων διαφθοράς.

Η «Εφ.Συν.» ρώτησε αξιωματούχο της Κομισιόν γιατί το σκάνδαλο των παράνομων αγροτικών επιδοτήσεων αλλά και η υπόθεση των Τεμπών δεν αναφέρονται στην έκθεση – παρόλο που ειδικά για τα Τέμπη, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους για παραβιάσεις του κράτους δικαίου στην Ελλάδα. «Μπορώ να επιβεβαιώσω ότι αυτές οι υποθέσεις είναι στο ραντάρ μας, παρόλο που δεν αναφέρονται ονομαστικά στην έκθεση», απάντησε με νόημα ο αξιωματούχος.

Πράγματι, στην ανάλυση της έρευνας καταγράφονται οι ανησυχίες για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, που παραμένει τουλάχιστον προβληματική. Παρά τις διακηρύξεις για μεταρρυθμίσεις, η αντίληψη της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης έχει επιδεινωθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια, σημειώνει η έκθεση, τόσο μεταξύ των πολιτών όσο και μεταξύ των επιχειρήσεων.

Επίσης, επισημαίνεται ότι «η διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών εξακολουθεί να δημιουργεί σοβαρές προκλήσεις» και, παρόλο που τα αρχικά σημάδια από την εφαρμογή πρόσφατων μεταρρυθμίσεων είναι ενθαρρυντικά, είναι ακόμη νωρίς για να αξιολογηθούν τα αποτελέσματα.

Η Κομισιόν ζητεί από την Ελλάδα να συνεχιστούν οι προσπάθειες για την ενίσχυση των νομοθετικών και μη νομοθετικών εγγυήσεων για τη βελτίωση της ασφάλειας και της προστασίας των δημοσιογράφων, ιδίως όσον αφορά τις καταχρηστικές αγωγές, λαμβάνοντας υπόψη τα ευρωπαϊκά πρότυπα για την προστασία των δημοσιογράφων. Οπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην έκθεση, έχουν μεν σημειωθεί αρκετές θετικές εξελίξεις στο τοπίο, αλλά οι προκλήσεις εξακολουθούν.

Αναφέρεται μεταξύ άλλων: «Από τη δημοσίευση της έκθεσης του 2024, έχουν σημειωθεί αρκετές περιπτώσεις επιθέσεων, ιδίως απειλών και λεκτικής και σωματικής επιθετικότητας κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων, και από αστυνομικές δυνάμεις, οι οποίες έχουν αναφερθεί και καταδικαστεί από διάφορες ενώσεις δημοσιογράφων». Υπογραμμίζεται ότι και άλλες οργανώσεις έχουν επισημάνει υπαρκτούς κινδύνους ασφαλείας των δημοσιογράφων και υπογραμμίζουν ότι ακόμα οι ένοχοι της δολοφονίας Καραϊβάζ κυκλοφορούν ελεύθεροι.

Αλλά και στην περίπτωση του σκανδάλου των παρακολουθήσεων PredatorGate, η έκθεση επισημαίνει ότι όλοι οι κρατικοί φορείς και αξιωματούχοι απαλλάχθηκαν από κάθε ευθύνη. «Σε συνέχεια της δικαστικής έρευνας απαλλάχθηκαν όλοι οι ελληνικοί κρατικοί οργανισμοί και αξιωματούχοι στην υπόθεση που αφορούσε την ευθύνη για τη χρήση του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator», σημειώνεται με νόημα.

Εστιάζει επίσης στο ότι δεν έχει ακόμη εκδοθεί το προεδρικό διάταγμα που θα διασφαλίζει την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών από λογισμικά παρακολούθησης, αφήνοντας να εννοηθεί πως το κενό αυτό αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικών παραβιάσεων, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος δικαίου και τις εγγυήσεις προστασίας της ιδιωτικής ζωής.

Στις συστάσεις της, η Κομισιόν ζητεί από την Ελλάδα να βελτιωθεί το πλαίσιο του «lobbying», μεταξύ άλλων, με την αναθεώρηση του ορισμού του «lobbying» και τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής του.

Τέλος, ζητείται από την Αθήνα να αναπτύξει έναν τακτικό και διαρκή, δομημένο διάλογο με τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και να απλοποιήσει τις απαιτήσεις εγγραφής για τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών με σκοπό τη διατήρηση ενός ανοιχτού πλαισίου για τη λειτουργία τους.