-Θάλασσα, πικροθάλασσα και πικροκυματούσα.
Περικλής; Μέγα το της θαλάσσης κράτος.
Ησίοδος, Έργα και Ημέραι, στ. 618 – 642
Αν σε διεγείρει και σου δημιουργεί πάθος και έρωτα η τρικυμισμένη θάλασσα πρόσεξε τον έναστρο ουρανό. Όταν οι Πλειάδες ξεφεύγουν από τον πανίσχυρο Ωρίωνα
620 και βουτάνε στον πόντο τον ομιχλώδη τότε όλοι οι άνεμοι λυσσομανούν και ενώνονται φυσώντας με όλη τους τη δύναμη. Είναι η ώρα να πάρεις το πλεούμενο σου από τη μεθυσμένη, κρασάτη θάλασσα και να αφιερωθείς στις εργασίες σου στην ξηρά. Τράβα το πλοίο στη στεριά και στερέωσε το όρθιο τριγύρω τοποθετώντας μεγάλες πέτρες να το κρατούν σταθερό και να το προστατεύουν από το μένος των ανέμων και των βροχών. Μην ξεχάσεις να βγάλεις
τον πίρο ώστε να φεύγουν τα νερά της βροχής που στέλνει ο Δίας. Αποθήκευσε με τάξη τα άρμενα ( ξάρτια) (1) και τα πτερά (κουπιά). Κρέμασε το πηδάλιο πάνω από το τζάκι.
630. Περίμενε με υπομονή την ώρα των θαλασσινών ταξιδιών. Σύρε το σκάφος σου στη θάλασσα και βάλε μέσα όλα όσα χρειάζονται για να έχεις καλές ψαριές όπως έκανε ο πατέρας μας, ανόητε αδελφέ μου Πέρση. Ο πατέρας μας συμπλήρωνε το βιος του από την τροφοδότρια θάλασσα. Και περνώντας τη θάλασσα ο πατέρας έφτασε κάποτε εδώ από την Αιολική Κύμη ζητώντας μια καλλίτερη ζωή. Έφτασε εδώ 640 στην Άσκρη του Ελικώνα που είναι κρύα το χειμώνα, ανυπόφορη το θέρος, σχεδόν πάντα μα δύσκολες συνθήκες. Να θυμάσαι αδελφέ Πέρση ότι κάθε πράγμα στον καιρό του και μάλιστα όλα όσα αφορούν τη θάλασσα.
(1). Άρμενα (Ξάρτια) είναι τα σκοινιά και τα εξαρτήματα που χρησιμοποιούνται σε ένα ιστιοφόρο πλοίο για να συνδέουν τα κατάρτια και τα πανιά. Με τροχαλίες και σχοινιά.
Περίληψη. 618 – 642. Ο Ησίοδος μιλά στον αδελφό του Πέρση για τα θαλασσινά ταξίδια, τις θαλασσινές εργασίες, τη φροντίδα και τη συντήρηση των πλοίων. Αναφέρει ότι ο πατέρας τους έφτασε στην Άσκρη του Ελλικώνος από την Αιολική Κύμη.
Σημειώσεις
618. δυσ-πέμφελος. Θάλασσα, ταραγμένη, τρικυμιώδης, φουρτουνιασμένη.
618. ἵμερος. Πόθος, επιθυμία.
618. αἴρω. Ερεθίζω, εξάπτω, αυξάνω, διεγείρω.
619. ὄβριμος. Κραταιός, δυνατός, ισχυρός.
ὄβριμον ἐβρόντησε, ήχησε δυνατή βροντή.
620. ἠερο-ειδής, -ές. <ἀήρ + εἶδος. Λέγεται για το σκοτεινό και «χλωμό» βλέμμα, για τη «σκοτεινιασμένη» όψη, «συννεφώδης». Λέγεται για τη θάλασσα. Γενικά σκοτεινός, μουντός, ζοφερός, σε μακρινή απόσταση, ασαφής, αμυδρός, θολός, συγκεχυμένος, ὅσσον τ’ ἠεροειδὲς ἀνὴρ ἴδεν.
621. ἄημι. Πνέω ισχυρά, με σφοδρότητα, φυσώ. Αναφέρεται σε ανέμους, δέρνομαι από τον άνεμο.
628. πτερόν, τό <πτέσθαι. Εδώ τα φτερά του πλοίου, τα κουπιά.
640. ἀργαλέος, -α, -ον (ἄλγος, όπως αν γραφόταν ἀλγαλέος). Επίπονος, οδυνηρός, τραχύς, δύσκολος, βαρύς. Για πρόσωπα, οχληρός, ενοχλητικός.
640. ἐσθλός. Καλός στο είδος του, αγαθός, γενναίος, ισχυρός, πλούσιος, ευγενής. Αντίθετα προς το κακός.
1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικός. Ιστορικός Τέχνης.
2*. Στους αγαπημένους Ιωάννα – Μαρίνα, Ειρήνη, Κωνσταντίνο, Νίκο, Μπάμπη.
