Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο μικροσκόπιο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου μπαίνουν οι διορισμοί μελών στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης και στην Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών που πραγματοποιήθηκαν στα τέλη Σεπτεμβρίου 2023, καθώς κρίθηκε ως παραδεκτή και χαρακτηρίστηκε ως «βαρύνουσας σημασίας» η προσφυγή που κατέθεσε ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών ενάντια σε απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας που ακύρωνε ανάλογη προσφυγή του.

«Η υπόθεση αναδεικνύει ζητήματα θεμελιώδους σημασίας για τη δημοκρατική λειτουργία του κράτους και την προστασία του Κράτους Δικαίου, καθώς οι Ανεξάρτητες Αρχές αποτελούν βασικούς πυλώνες της Δημοκρατίας και της προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών», σημειώνει σε ανακοίνωσή του ο ΔΣΑ, ενώ τόσο το χρονικό όσο και η εξέλιξη της υπόθεσης δικαιώνουν τον Σύλλογο και τον ομότιμο καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου, Νίκο Αλιβιζάτο, που επιμελήθηκε τις αιτήσεις ακύρωσης. Το δικαστήριο του Στρασβούργου προχώρησε στην κοινοποίηση της προσφυγής στην ελληνική κυβέρνηση και της απηύθυνε ερωτήματα τα οποία πρέπει να απαντηθούν έως το τέλος Οκτωβρίου του 2025.

Η ουσία της υπόθεσης

Για τους συγκεκριμένους διορισμούς, που αποφασίστηκαν από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, απαιτείται πλειοψηφία τριών πέμπτων. Με δεδομένο ότι η Διάσκεψη απαρτιζόταν από 27 μέλη, το 3/5 αντιστοιχούσε σε 16,2 ψήφους, με τον δεκαδικό αριθμό να προκαλεί διχογνωμία ως προς την ερμηνεία του. Η κυβέρνηση στρογγυλοποίησε στο 16, αριθμός που αρκούσε για να παρθεί η απόφαση, με τον ΔΣΑ να υποστηρίζει ότι η στρογγυλοποίηση έπρεπε να γίνει στο 17, εφόσον πρόκειται για ψήφους, να κάνει λόγο για πρόδηλη παραβίαση του Συντάγματος και να σημειώνει ότι δεν προηγήθηκε διαβούλευση με τα πολιτικά κόμματα, που είναι αναγκαία για την επίτευξη της συνταγματικά απαιτούμενης ευρύτερης συναίνεσης.

Για τους παραπάνω λόγο, δύο μήνες μετά τις υπουργικές αποφάσεις για τους διορισμούς, οι δικηγόροι κατέθεσαν στο ΣτΕ αιτήσεις για την ακύρωσή τους. Η απόφαση του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου ήρθε έναν χρόνο αργότερα, τον Νοέμβριο του 2024, και ήταν απορριπτική καθώς οι σύμβουλοι Επικρατείας έκριναν τον ΔΣΑ αναρμόδιο λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος.

Ειδικότερα, το ΣτΕ έκρινε ότι οι υπουργικές αποφάσεις ήταν ατομικές πράξεις που απαιτούσαν την απόδειξη «συγκεκριμένης ατομικής βλάβης» για να προσβληθούν. Επιπλέον, αποφάνθηκε ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι δεν είχαν την εξουσία να αμφισβητούν τέτοιες πράξεις, ακόμη και αν ήταν «γενικού συμφέροντος», καθώς κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με αναγνώριση της «actio popularis» (λαϊκής αγωγής), η οποία δεν προβλέπεται στο ελληνικό δίκαιο. Από την άλλη πλευρά, ο ΔΣΑ εγείρει ζητήματα που αφορούν την παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο), καθώς και την παραβίαση των άρθρων 8 και 10 της Σύμβασης (σεβασμός ιδιωτικής ζωής και ελευθερία έκφρασης).

Δήλωση του Δημήτρη Βερβεσού, προέδρου του ΔΣΑ, στην «Εφ.Συν.»

Σημαντική εξέλιξη στη διαμάχη για τη συνταγματικότητα των διορισμών μελών σε ανεξάρτητες αρχές αποτελεί η αποδοχή, ως παραδεκτής, από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) της προσφυγής του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Το Δικαστήριο του Στρασβούργου, μάλιστα, χαρακτήρισε επίσημα την προσφυγή ως «βαρύνουσας σημασίας» (impact case), γεγονός που σημαίνει ότι η υπόθεση θα εξεταστεί κατά προτεραιότητα. Η προσφυγή αφορά την απόρριψη από το Συμβούλιο της Επικρατείας ως απαράδεκτων των αιτήσεων ακύρωσης του ΔΣΑ κατά του διορισμού μελών των ανεξάρτητων αρχών ΕΣΡ και ΑΔΑΕ. Υπενθυμίζουμε ότι ο ΔΣΑ είχε προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας, αιτιώμενος ότι οι διορισμοί των μελών των ως άνω Ανεξαρτήτων Αρχών πραγματοποιήθηκαν χωρίς την απαιτούμενη από το Σύνταγμα πλειοψηφία των τριών πέμπτων των μελών της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής (καθώς δόθηκαν 16 θετικές ψήφοι επί συνόλου 27 μελών, άρα οι διορισμοί έγιναν με μία ψήφο λιγότερη από την συνταγματικά απαιτούμενη πλειοψηφία).

Το ΣτΕ, με την απόφασή του αυτή ανέτρεψε πάγια νομολογία δεκαετιών, απέρριψε την αίτηση ακύρωσης λόγω δήθεν έλλειψης εννόμου συμφέροντος, θεωρώντας ότι η αναγνώριση δικαιώματος δικαστικής προσφυγής στο δικηγορικό σώμα θα καθιστούσε το ένδικο βοήθημα «λαϊκή αγωγή» (actio popularis). Από τα παραπάνω είναι προφανές ότι εγείρεται ζήτημα στέρησης του προστατευόμενου από την ΕΣΔΑ δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο, ενώ τίθεται και ζήτημα ελεγκτέας παραβίασης των δικαιωμάτων σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και ελευθερίας της έκφρασης. Η υπόθεση αναδεικνύει ζητήματα θεμελιώδους σημασίας για τη δημοκρατική λειτουργία του κράτους και γι’ αυτό η αναγνώρισή της ως βαρύνουσας σημασίας από το Δικαστήριο είναι μια σημαντική εξέλιξη. Οι ανεξάρτητες αρχές αποτελούν βασικούς πυλώνες της δημοκρατίας και της προστασίας των δικαιωμάτων των πολιτών, λειτουργώντας ως θεσμικά αντίβαρα στην πολιτική εξουσία. Το ΕΔΔΑ έχει ήδη κοινοποιήσει την προσφυγή στην ελληνική κυβέρνηση και απηύθυνε ερωτήματα προς τους διαδίκους, οι οποίοι πρέπει να απαντήσουν εντός του Οκτωβρίου. Ο ΔΣΑ δηλώνει αποφασισμένος να συνεχίσει μέχρι τέλους, και με όσα μέσα διαθέτει, τον αγώνα του για την προστασία του συνταγματικού κεκτημένου και τη διασφάλιση της ουσιαστικής ανεξαρτησίας των δικαιοκρατικών θεσμών.