Η προστασία των παράκτιων οικοσυστημάτων αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για την περιβαλλοντική ισορροπία, τη δημόσια υγεία και την τοπική οικονομία. Η περιοχή του Παλαιού Φαλήρου, αν και βρίσκεται εντός του πολεοδομικού ιστού της Αθήνας, φιλοξενεί φυσικά χαρακτηριστικά μεγάλης οικολογικής αξίας, όπως το ρέμα της Πικροδάφνης και τα λιβάδια ποσειδωνίας στον Σαρωνικό. Παρ’ όλα αυτά, η υποβάθμιση του θαλάσσιου περιβάλλοντος και η αδράνεια των Αρχών απειλούν την ίδια τη βιωσιμότητα αυτών των περιοχών.
Το δίκτυο αποχέτευσης ομβρίων στο Παλαιό Φάληρο, ιδιαίτερα στην περιοχή του ρέματος Πικροδάφνης, παρέμεινε επί δεκαετίες μικτό, συλλέγοντας τόσο οικιακά λύματα όσο και όμβρια ύδατα, τα οποία καταλήγουν στον Σαρωνικό χωρίς επαρκή επεξεργασία. Κατά τις έντονες βροχοπτώσεις, η ικανότητα των αντλιοστασίων δεν επαρκεί, φρεάτια υπερχειλίζουν και μολυσμένα νερά χύνονται στους δρόμους, για να καταλήξουν τελικά στη θάλασσα. Το ρέμα της Πικροδάφνης, χαρακτηρισμένο ως ιδιαίτερου περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος, δέχεται απορροές επιβαρυμένες με υδρογονάνθρακες, βαρέα μέταλλα, τοξικά ιχνοστοιχεία και αποτσίγαρα.
Σύμφωνα με μαρτυρίες παλαιών κατοίκων της περιοχής, τα προβλήματα αυτά υπάρχουν εδώ και δεκαετίες και, παρά τα διαβήματα πολιτών, δεν έχει υπάρξει αποτελεσματική παρέμβαση. Ενας λόγος είναι η θεσμική ασάφεια: οι Αρχές μετακυλίουν τις ευθύνες μεταξύ δήμου και Περιφέρειας, με αποτέλεσμα την ακινησία.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, η ευαισθητοποίηση των κατοίκων και η κινητοποίηση τοπικών συλλογικοτήτων είναι κρίσιμες. Μέσα από συλλογική παρατήρηση, δημόσια πίεση και επιμονή, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για ουσιαστική πολιτική παρέμβαση και θεσμική ευθύνη.
Το 2020, μια έρευνα πολιτών από τη «Γεωμυθική» και το Δίκτυο Πολιτών για τη Διάσωση του Ρέματος Πικροδάφνης αποκάλυψε εκτεταμένη ρύπανση. Εντοπίστηκαν λιπαρές κηλίδες υδρογονανθράκων που οδηγούνταν στη θάλασσα μετά τις πρώτες βροχές, παράνομες συνδέσεις στο δίκτυο, φθαρμένοι αγωγοί και ανεπεξέργαστα λύματα. Ολα αυτά συνέβαλλαν σε μαζική μεταφορά ρυπογόνων ουσιών στον Σαρωνικό: έλαια, βαρέα μέταλλα και οργανικά φορτία μολύνουν την παράκτια ζώνη, με σοβαρές επιπτώσεις στη θαλάσσια βιοποικιλότητα.
Στο σημείο εκβολής στο Εδεμ, οι μετρήσεις και παρατηρήσεις κατέγραψαν άμεση ρύπανση: επιπλέοντες υδρογονάνθρακες, λευκός αφρός και έντονες ενδείξεις γαλακτωματοποίησης ελαίων και απορρυπαντικών. Οι ουσίες αυτές, πλούσιες σε οργανικό φορτίο και άζωτο, πιθανώς προκάλεσαν φαινόμενα ευτροφισμού, με αποτέλεσμα την υποξία στη θαλάσσια στήλη και θανάτους ψαριών κοντά στην ακτή. Το σημείο αυτό λειτουργεί ως αγωγός μικροβιολογικών και χημικών ρυπογόνων ουσιών, επιβαρύνοντας άμεσα τα λιβάδια ποσειδωνίας και τις βενθικές κοινότητες.
Προστίθενται και οι αόρατες ρυπογόνες ουσίες από αποτσίγαρα. Ενα και μόνο φίλτρο μπορεί να μολύνει έως και 500 λίτρα νερού με νικοτίνη, βαρέα μέταλλα και μικροΐνες πλαστικού. Αυτές οι ουσίες διαχέονται στη θαλάσσια στήλη, επηρεάζοντας οργανισμούς ακόμα και σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις. Κατά τη διάρκεια των βροχοπτώσεων, χιλιάδες τέτοια απορρίμματα καταλήγουν στο νερό, επιδεινώνοντας τη χημική ρύπανση και συσσωρεύονται στα ιζήματα. Τα μικροπλαστικά, τέλος, φτάνουν στο ζωοπλαγκτόν και στις προνύμφες των ψαριών, διαταράσσοντας την τροφική αλυσίδα.
Παρά τις πιέσεις, η κατάσταση επιδεινώνεται. Το ρέμα Πικροδάφνης, που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως φυσικός ρυθμιστής και χώρος περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, μετατρέπεται σε δίαυλο τοξικών απορροών. Η περιβαλλοντική αποκατάστασή του δεν αποτελεί απλώς πράξη προστασίας της φύσης, αλλά βασική συνιστώσα της δημόσιας υγείας και κοινωνικής ευημερίας.
Κι όμως, η ζώνη αυτή φιλοξενεί λιβάδια ποσειδωνίας (posidonia oceanica) – από τα σημαντικότερα οικοσυστήματα της Μεσογείου. Τα υποθαλάσσια αυτά λιβάδια σταθεροποιούν ιζήματα, παράγουν οξυγόνο, αποθηκεύουν διοξείδιο του άνθρακα και προσφέρουν καταφύγιο σε πλήθος θαλάσσιων ειδών. Η υποβάθμισή τους λόγω ρύπανσης έχει πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις: μείωση αλιευτικών αποθεμάτων, απώλεια βιοποικιλότητας, διατάραξη των φυσικών φραγμάτων έναντι της διάβρωσης και των καιρικών φαινομένων. Η υποβάθμιση της Πικροδάφνης και της παράκτιας ζώνης του Παλαιού Φαλήρου δεν είναι ένα τοπικό πρόβλημα. Είναι ενδεικτικό της αδυναμίας του πολεοδομικού σχεδιασμού να συμβιβαστεί με τις ανάγκες της οικολογικής ισορροπίας, της ευθύνης των δημόσιων φορέων και της αναγκαιότητας για ενεργό, τεκμηριωμένο και αδιάλειπτο αγώνα των κατοίκων.
Η ανάσχεση της υποβάθμισης απαιτεί ολοκληρωμένο σχέδιο παρέμβασης: αποκατάσταση του ρέματος, αυστηρός έλεγχος δικτύων αποχέτευσης, περιβαλλοντική επιτήρηση, στήριξη της τοπικής οικολογικής παιδείας και συμμετοχή των κατοίκων στη λήψη αποφάσεων. Η φύση αντιστέκεται, αλλά χρειάζεται συμμάχους.
* Πολιτικοί επιστήμονες, περιβαλλοντολόγοι
