«Κανείς δεν φαίνεται περισσότερο αθώος,
από έναν ένοχο που δεν κινδυνεύει πια»
Tristan Bernard
Είναι πλέον πολλοί όσοι «αθωώνονται» τόσο από την κάλπη της Βουλής όσο και από τις κανονικές κάλπες, των εκλογών…
Η κοινωνία που δεν βλέπει ενόχους στο σκαμνί, μπορεί να τους ρίχνει στην κάλπη, όχι στην πυρά.
Ε, λοιπόν, αυτό το μεθοδευμένο πολιτικό τέχνασμα είναι ό,τι χειρότερο θα αφήσει πίσω της αυτή η διακυβέρνηση: αυτή η «νομιμότατη» μεθοδικότητα μη ενοχοποίησης, μη λογοδοσίας, μη παραπομπής.
Να το πούμε όμως κυνικά: η αυξανόμενη βία και ανομία στα σπίτια και στην κοινωνία, η παραβατικότητα, η εγκληματικότητα, οι απάτες θρέφονται από αυτήν την παρατεταμένη ατιμωρησία τόσο πολλών πλέον ύποπτων υψηλόβαθμων της εξουσίας.
Ο κόσμος αρχίζει και ταυτίζεται επικίνδυνα με αυτήν τη σαρωτική κουλτούρα μη ενοχοποίησης, με το ακαταδίωκτο, με το κουκούλωμα.
«Μπορώ να παρανομώ αφού όσοι υψηλά ιστάμενοι είναι ύποπτοι, δεν παραπέμπονται στη Δικαιοσύνη». Και το χειρότερο: «Αφού εγώ τους έχω νομιμοποιήσει, αν δεν παραπεμφθούν, τότε καλώς τους νομιμοποίησα».
Γαλουχείται έτσι μια κοινωνία «αποποίησης ευθυνών» όσο το συστημικό καθεστώς (βλ. κοινοβουλευτική πλειοψηφία) δεν καθίζει κανέναν στο σκαμνί.
Μια χώρα δηλαδή όπου ο νόμος εγκαλείται ως ακατάλληλος να βρει τον θύτη (αντί να τον εγκαλεί για εξηγήσεις και απολογία).
Η γλώσσα της απόκρυψης, η ρητορική της μη παραπομπής, είναι η συλλογική αφωνία των εκλογέων που βλέπουν τους αντιπροσώπους τους να τη βγάζουν καθαρή.
Τι πιο ωραίο συναίσθημα να λες: «αφού δεν καταδικάζεται, δεν είναι ένοχος, άρα σωστά τον ψήφισα».
Ποια Ευρώπη και ποια Εισαγγελία των Βρυξελλών; Τα πράγματα είναι απλά: ο κυρίαρχος λαός έδωσε συγκεκριμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η οποία και αποφαίνεται -αυτή και μόνον αυτή- για το ποιος είναι ένοχος.
Η ανεστραμμένη αυτή εκδοχή του νόμου, αυτό το ολιγαρχικό ψευδοδημοκρατικό σύστημα με τον μανδύα της λαϊκής κυριαρχίας και του κοινοβουλευτισμού, δίνει το παράδειγμα στους πολίτες: «μπορείτε -αν είστε η πλειοψηφία- να μην κρίνετε ένοχο τον εαυτό σας…».
Το αρνητικό κοινωνικό αποτύπωμα αυτού του «ηθικού δράματος» για τον καταλογισμό ευθυνών, αυτού του συμπεριφορικού παιγνίου κυριαρχίας της πλειοψηφίας, πολλαπλασιάζεται σαν καρκίνος που με έντονη μετάσταση κυριεύει θεσμούς, συλλογικότητες, κοινότητες, συσσωματώσεις ανθρώπων και κώδικες παραδοσιακών δυτικών αξιών.
Και αυτό το καρκινικό αποτύπωμα θα περάσει -δυστυχώς- στο συλλογικό γονίδιο της ατιμωρησίας και του ακαταδίωκτου. Και θα το κουβαλάει η επόμενη και η μεθεπόμενη ίσως γενιά.
Γιατί μπορεί κάποτε να αλλάξει στο μέλλον το ταξικό πρόσημο της τωρινής οικονομικής πολιτικής που σιγοντάρει ολιγοπώλια, μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο η εξωτερική πολιτική και η διπλωματία της χώρας, όταν όμως οι πολίτες βλέπουν όχι απλά ατιμωρησία αλλά και εύκολα συγχωροχάρτια, τότε ο νόμος και το υψηλό του σημαίνον απλά κατακάθονται, περιθωριοποιούνται, σιγάζουν εντός του συλλογικού ασυνείδητου.
Και τότε αναδύονται ζωώδη ένστικτα, δαρβινικά δεινά και κουλτούρα ανομίας…
