Αυτή η βδομάδα και η επόμενη είναι η καρδιά του καλοκαιριού και των θερινών διακοπών: αδειάζει η Αθήνα και τ’ άλλα αστικά κέντρα, πολλές επιχειρήσεις κλείνουν για λίγες μέρες και στις βιτρίνες των καταστημάτων εμφανίζεται η σχετική ειδοποίηση προς την πελατεία – ταιριάζει λοιπόν να λεξιλογήσουμε σήμερα, ακριβώς, για τις διακοπές.
Οι διακοπές είναι λέξη ιδιότυπη: τη χρησιμοποιούμε στον πληθυντικό· δεν είναι βέβαια όπως π.χ. τα συμπράγκαλα («συμπράγκαλο» δεν υπάρχει), έχει ενικό, αλλά στον ενικό η σημασία είναι άλλη. Γι’ αυτό και το Χρηστικό λεξικό της Ακαδημίας, καινοτομώντας, καταχωρεί σε άλλο λήμμα τις διακοπές, ξεχωριστά από το λήμμα «διακοπή».
Η διακοπή είναι λέξη αρχαία, από το ρήμα διακόπτω, σύνθετο του ρήματος «κόπτω». Στα αρχαία είχε σημασίες κυρίως ιατρικές και πολεμικές: ήταν η διατομή, το βαθύ τραύμα, η επιμήκης θλάση οστού της κεφαλής. Ο Πλούταρχος, στον βίο του Μάριου, περιγράφει πώς, στη μάχη με τους Αμβρωνες, τευτονικό φύλο που απειλούσε να εισβάλει στην Ιταλία, οι γυναίκες των Αμβρώνων έδειξαν μεγάλη γενναιότητα «τραύματα καὶ διακοπὰς σωμάτων ὑπομένουσαι», υπομένοντας τραύματα και ακρωτηριασμούς.
Στη σημερινή γλώσσα, διακοπή μπορεί να είναι το προσωρινό ή οριστικό σταμάτημα μιας διαδικασίας ή δραστηριότητας (π.χ. διακοπή της δίκης, διακοπή των εργασιών, διακοπή συμβολαίου), μπορεί όμως να είναι και η βλάβη ή άλλη δυσλειτουργία σε δίκτυο ή μηχανισμό: διακοπή της παροχής νερού, της ηλεκτροδότησης, της τηλεφωνικής σύνδεσης. Οι παλιοί, τον καιρό που είχαμε μόνο δύο κανάλια στην ασπρόμαυρη τηλεόραση, θα θυμούνται ότι συχνά διακοπτόταν η εκπομπή και έπεφτε η καρτέλα «ΜΑΣ ΣΥΓΧΩΡΕΙΤΕ, ΔΙΑΚΟΠΗ».
Διακοπή λέγεται και η παρέμβαση που εμποδίζει τη συνεχή ροή του λόγου του ομιλητή – σχεδόν καθιερωμένο φαινόμενο στις τηλεοπτικές συζητήσεις. Παλιότερα, ο βουλευτής που διέκοπτε συστηματικά τους (αντίθετους) ομιλητές στη Βουλή χαρακτηριζόταν «διακοψίας».
Κι έπειτα, έχουμε και τις διακοπές που μας ενδιαφέρουν, που έχουν μόνο πληθυντικό, δηλαδή αφενός το χρονικό διάστημα κατά το οποίο δημόσιοι ή ιδιωτικοί φορείς, εκπαιδευτικά ιδρύματα παραμένουν κλειστά και αφετέρου την περίοδο κατά την οποία ένα άτομο διακόπτει την εργασία του, παίρνει την άδειά του και συνήθως μετακινείται από τον τόπο μόνιμης κατοικίας του για να ξεκουραστεί, να διασκεδάσει. Με αυτή τη σημασία, η λέξη είναι μεταφραστικό δάνειο από το γαλλικό vacances – η Γαλλία του Λαϊκού Μετώπου ήταν η πρώτη χώρα όπου οι εργαζόμενοι κατέκτησαν πληρωμένες άδειες, το 1936.
Προσέξτε ότι ενώ στις άλλες σημασίες της λέξης «διακοπή» αντιστοιχεί το ρήμα «διακόπτω», στις διακοπές δεν ταιριάζει. Παλιότερα λέγαμε «παραθερίζω» ή «πάω διακοπές». Τα τελευταία χρόνια έχουν εμφανιστεί τα ρήματα «διακοπεύω» και «διακοπάρω», βέβαια κυρίως σε ανεπίσημο ή προφορικό λόγο.
Το κακό είναι ότι επίσης τα τελευταία χρόνια οι διακοπές ολοένα και συρρικνώνονται – και βέβαια, «ου παντός πλειν» στα νησιά. Πέρυσι γράφαμε για το staycation, να παίρνεις άδεια και να μένεις στο σπίτι. Ισως γεννηθεί και το σχετικό ρήμα, δεν διακοπεύω.
