ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Αγγελίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Για δεκαετίες, ο HIV και άλλα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα θεωρούνταν υπόθεση κυρίως των ανδρών που κάνουν σεξ με άνδρες, των χρηστών ενδοφλέβιων ουσιών και, σε κάθε περίπτωση, των νεότερων ηλικιών. Ωστόσο, τα δεδομένα των τελευταίων ετών ανατρέπουν την εικόνα. Σε πολλές χώρες της Ευρώπης, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, αυξάνονται οι διαγνώσεις HIV στην ηλικιακή ομάδα άνω των 50 ετών και μειώνεται σταθερά η ψαλίδα με τις μικρότερες ηλικίες. Φαίνεται μάλιστα ότι ανάμεσα στους συνηθέστερους τρόπους μετάδοσης του HIV στις ηλικίες άνω των 50 είναι η ετερόφυλη σεξουαλική επαφή και ότι σε μεγάλο ποσοστό γίνεται καθυστερημένα η διάγνωση ΗΙV σ’ αυτές τις ηλικίες, όταν έχει ήδη προχωρήσει η δράση του ιού.

Σύμφωνα με τα στοιχεία επιδημιολογικής επιτήρησης του ΕΟΔΥ, το 2023 οι διαγνώσεις ΗΙV στις ηλικίες άνω των 50 ξεπέρασαν για πρώτη φορά τις διαγνώσεις στις ηλικίες 40-49. Τα τελευταία διαθέσιμα προκαταρκτικά στοιχεία επιδημιολογικής επιτήρησης του ΕΟΔΥ για το 2024 (αφορούν την περίοδο Ιανουαρίου – Οκτωβρίου 2024) δείχνουν ότι οι ηλικίες άνω των 50 επανέρχονται στην τρίτη θέση σε ποσοστό διάγνωσης HIV, θέση στην οποία βρίσκονται τα τελευταία 15 χρόνια με την εξαίρεση του 2023, ωστόσο μειώνεται σταθερά η απόσταση με την ηλικιακή ομάδα 30-39, που παραμένει πρώτη στις διαγνώσεις HIV.

Επιπλέον, οι ηλικίες άνω των 50 ετών έχουν το υψηλότερο ποσοστό καθυστερημένης διάγνωσης, που φτάνει το 68,8%, αν και τα δύο τελευταία δύο χρόνια είναι πολύ λιγότερες οι περιπτώσεις διάγνωσης κατά τις οποίες είναι γνωστός ο αριθμός των CD4 λεμφοκυττάρων, που καθορίζει αν είναι καθυστερημένη η διάγνωση, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων (ο επιδημιολογικός όρος «καθυστερημένη διάγνωση» αναφέρεται σε διαγνώσεις που γίνονται όταν υπάρχουν πια κλινικά ευρήματα από τη δράση του ιού ή όταν έχει πέσει κάτω από 350 η τιμή των CD4 λεμφοκυττάρων, των κυττάρων που παίζουν σημαντικό ρόλο στην προστασία του οργανισμού από λοιμώξεις, αυτών που καταστρέφει ο HIV αν δεν αντιμετωπιστεί με αντιρετροϊκή αγωγή).

Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία του ΕΟΔΥ για το 2024, τα υψηλότερα ποσοστά καθυστερημένης διάγνωσης καταγράφηκαν στα άτομα που μολύνθηκαν μέσω ετερόφυλης σεξουαλικής επαφής (62,5%) και σ’ αυτά που μολύνθηκαν μέσω χρήσης ενδοφλέβιων εξαρτησιογόνων ουσιών (66,7%).

«Οι άνθρωποι νιώθουν ότι δεν τους αφορά ο HIV και δεν εξετάζονται, με αποτέλεσμα να καταλήγουν με καθυστερημένες διαγνώσεις – αυτό μας δείχνει ότι είναι λάθος η εικόνα ότι ο HIV αφορά νέους, κυρίως άνδρες που κάνουν σεξ με άνδρες ή χρήστες ενδοφλέβιων ουσιών. Πρόκειται για αντιλήψεις επικίνδυνες για όλους και με μεγάλο κόστος για τους μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους», σημειώνει στην «Eφ.Συν.» η Γιώτα Λουρίδα, διευθύντρια ΕΣΥ στη Μονάδα Ειδικών Λοιμώξεων του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», μέλος του Δ.Σ. της Εταιρείας Μελέτης και Αντιμετώπισης του AIDS. Επισημαίνει ότι χρειάζεται η κατάλληλη ενημερωτική εκστρατεία για να αλλάξει η αντίληψη για τον τρόπο μετάδοσης του HIV. «Οποιο άτομο είναι σεξουαλικά ενεργό χωρίς προφύλαξη με άτομο για το οποίο δεν γνωρίζει το στάτους του ως προς τον HIV πρέπει να έχει στο μυαλό του ότι μπορεί να μολυνθεί» υπογραμμίζει.

«Οι άνθρωποι νιώθουν ότι δεν τους αφορά ο HIV και δεν εξετάζονται, με αποτέλεσμα να καταλήγουν με καθυστερημένες διαγνώσεις – αυτό μας δείχνει ότι είναι λάθος η εικόνα ότι ο HIV αφορά νέους, κυρίως άνδρες που κάνουν σεξ με άνδρες ή χρήστες ενδοφλέβιων ουσιών. Πρόκειται για αντιλήψεις επικίνδυνες για όλους και με μεγάλο κόστος για τους μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους»
Γιώτα Λουρίδα, διευθύντρια ΕΣΥ στη Μονάδα Ειδικών Λοιμώξεων του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός»

Σ’ αυτές τις ηλικίες είναι πιο δύσκολο να αποδεχτεί κανείς μια διάγνωση HIV; Πώς συμπεριφέρονται οι άνθρωποι σ’ αυτές τις ηλικίες όταν το μαθαίνουν; «Οσο λιγότερο ενημερωμένος είναι κανείς», λέει η κ. Λουρίδα, «και όσο νιώθει ότι τον αφορά λιγότερο ο ιός, τόσο πιο δύσκολο είναι να αποδεχτεί τη διάγνωση. Σ’ αυτές τις ηλικίες υπάρχουν και πρακτικά ζητήματα προς επίλυση που αφορούν το δίκτυο της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής – ίσως απαιτείται πιο δύσκολος χειρισμός».

Ωστόσο, οι ιατρικές εξελίξεις στην αντιμετώπιση του HIV καθιστούν τα πράγματα πολύ αισιόδοξα ανεξαρτήτως της ηλικίας διάγνωσης. Αλλωστε, καθώς η εμφάνιση του HIV μετράει πια πάνω από τέσσερις δεκαετίες, είναι αρκετοί οι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας που ζουν χρόνια με τον ιό και παρακολουθούνται τακτικά στα ιατρεία των νοσοκομείων.

Η κ. Λουρίδα επισημαίνει: «Στις μεγαλύτερες ηλικίες που έρχονται στο ιατρείο, είτε έχουν διαγνωστεί πρόσφατα είτε ζουν με τον ιό για πολλά χρόνια και τους παρακολουθούμε, και επειδή έχουμε προόδους στη θεραπεία του HIV, η κλινική πορεία τους εξελίσσεται καλά. Φαίνεται όμως ότι ο ιός δημιουργεί κάποια συνθήκη χρόνιας φλεγμονής που επηρεάζει όλο το σώμα, με αποτέλεσμα να μπορεί να εμφανιστούν νωρίτερα συμπτώματα καρδιακής ανεπάρκειας ή κακοήθειες ή να υπάρχει επιβάρυνση σε ό,τι αφορά τις συννοσηρότητες, δηλαδή τις άλλες παθήσεις που τυχόν συνυπάρχουν. Στους ανθρώπους με HIV ακολουθούμε ολιστική προσέγγιση με έγκαιρο ιατρικό έλεγχο δύο φορές τον χρόνο, με αποτέλεσμα να υπάρχει η δυνατότητα να διαγιγνώσκονται σωστά και εγκαίρως προβλήματα, όπως για παράδειγμα η υπέρταση και ο διαβήτης, κάτι ιδιαιτέρως σημαντικό, ιδίως όμως στο ελληνικό σύστημα υγείας όπου υπάρχουν κενά και δυσλειτουργίες στην πρωτοβάθμια περίθαλψη».

Οσο νωρίτερα γίνεται η διάγνωση τόσο μικρότερος θα είναι ο αντίκτυπος που θα έχει στον οργανισμό και τόσο καλύτερη είναι η πρόβλεψη» 
Γιώργος Κεράτσας, υπεύθυνος Επικοινωνίας στη «Θετική Φωνή»

Παρόμοιες είναι οι διαπιστώσεις του Γιώργου Κεράτσα, υπεύθυνου Επικοινωνίας στη «Θετική Φωνή», τον σύλλογο οροθετικών Ελλάδας. «Σε γενικές γραμμές, ο κυριότερος παράγοντας που επηρεάζει την πορεία της κάθε λοίμωξης είναι η έγκαιρη διάγνωση – όσο νωρίτερα γίνεται η διάγνωση τόσο μικρότερος θα είναι ο αντίκτυπος που θα έχει στον οργανισμό και τόσο καλύτερη είναι η πρόβλεψη για τη συνολική υγεία του ατόμου. Σε ηλικίες άνω των 50 ετών αξίζει να ληφθεί υπόψη η ύπαρξη συλλοιμώξεων, δηλαδή το ότι η διάγνωση αυτή (ή η χρόνια κατάσταση, όπως είναι αυτή του HIV) θα συνυπάρχει με πιθανές άλλες ασθένειες και καταστάσεις που πιθανόν αντιμετωπίζει κάποιος λόγω της ηλικίας και του γεγονότος ότι μεγαλώνει (ενδεικτικά: αυξημένη πίεση, καρδιαγγειακά νοσήματα κ.ο.κ.)», λέει.

Ως προς τους λόγους για την πιθανή αύξηση των νέων διαγνώσεων σε αυτές τις ηλικίες, ο κ. Κεράτσας αναφέρει τρεις: τον μεγαλύτερο φόβο για τακτικές εξετάσεις, ειδικά για HIV, εξαιτίας του ότι έχουν ζήσει τα χρόνια της πανδημίας HIV/AIDS, η οποία έχει στιγματίσει τις αντιλήψεις τους, την πιθανόν λιγότερη ενημέρωση για τα σχετικά νεότερα εργαλεία πρόληψης, όπως είναι η προφύλαξη μετά την έκθεση (PEP) και η προφυλακτική αγωγή για τον HIV (PrEP), αλλά και την εσφαλμένη εντύπωση σε πολλές πληθυσμιακές ομάδες, όπως οι ετεροφυλόφιλοι άνδρες, πως δεν υπάρχει κίνδυνος μετάδοσης HIV, με αποτέλεσμα να επικρατεί πιθανόν λιγότερη επαγρύπνηση.

Υψηλό ποσοστό καθυστερημένης διάγνωσης εντοπίζεται σε μεγαλύτερες ηλικίες σε όλη την Ευρώπη. Σύμφωνα με την Εκθεση Επιτήρησης για τον HIV/AIDS στην Ευρώπη, που κυκλοφόρησε το 2024 με στοιχεία για το 2023 (Περιφερειακό Γραφείο Ευρώπης του ΠΟΥ, Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Πρόληψη και τον Ελεγχο Ασθενειών – ECDC), οι καθυστερημένες διαγνώσεις εντοπίζονταν συχνότερα σε μεγαλύτερες ηλικίες (68,2%), σε άτομα που μολύνθηκαν μέσω ετερόφυλης επαφής (63,8% των ανδρών, 58,2% των γυναικών) και σε χρήστες ενδοφλέβιων ουσιών (52,7%).

Στη Γαλλία, η πιθανότητα καθυστερημένης διάγνωσης είναι 40% στις ηλικίες άνω των 50 ετών έναντι 26% στις ηλικίες 25-49. «Το ζήτημα του HIV μεταξύ των ατόμων άνω των 50 ετών και των ηλικιωμένων δεν αντιμετωπίζεται επαρκώς στις εκστρατείες πρόληψης. Συχνά υπάρχει η τάση να επικεντρώνεται η προσοχή στους νέους, παρόλο που τα στοιχεία δείχνουν ότι ένας στους πέντε ανθρώπους (22%) που ανακαλύπτουν ότι είναι οροθετικοί είναι άνω των 50 ετών. Το ποσοστό αυτό αναδεικνύει ένα κενό στις προσπάθειες πρόληψης», σημειώνει η Φλοράνς Tουνέ, εκτελεστική διευθύντρια της Sidaction, της γαλλικής Ενωσης για την Καταπολέμηση του ΑΙDS.

Διαγνώσεις σύφιλης, ηπατίτιδων και άλλων ΣΜΝ σε ολοένα μεγαλύτερες ηλικίες

Ο Γιώργος Κεράτσας από τη «Θετική Φωνή» επισημαίνει ότι οι νέες διαγνώσεις σύφιλης και ιογενών ηπατίτιδων είναι ιδιαιτέρως υψηλές στις ηλικίες άνω των 45. Σύμφωνα με το επιδημιολογικό δελτίο του ΕΟΔΥ για το 2023, το πιο πρόσφατο διαθέσιμο, οι περισσότερες διαγνώσεις σύφιλης (276) εντοπίστηκαν στις ηλικίες 45-64 ετών (ακολουθούν οι ηλικιακές ομάδες 35-44 με 275 διαγνώσεις και 25-34 με 237 διαγνώσεις – τα στοιχεία αφορούν πρώιμη λοίμωξη, δηλαδή διάρκειας μικρότερης του ενός έτους).

Σύμφωνα με τα επιδημιολογικά δεδομένα του ΕΟΔΥ για τις ιογενείς ηπατίτιδες την περίοδο 2004-2022, τα περισσότερα κρούσματα χρόνιας ηπατίτιδας B είναι στις ηλικίες 45-64 και άνω των 64. «Δεν ισχύει το ίδιο για την οξεία ηπατίτιδα B και για την ηπατίτιδα C, καθώς ο εμβολιασμός έναντι της ηπατίτιδας B έχει γίνει υποχρεωτικός στην Ελλάδα από το 1998, γεγονός που σημαίνει ότι τα άτομα κάτω των 30-35 είναι εμβολιασμένα και εν πολλοίς δεν μπορούν να νοσήσουν», εξηγεί ο κ. Κεράτσας.

Αντιθέτως, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΟΔΥ, οι διαγνώσεις γονόρροιας και χλαμυδίων σε ηλικίες άνω των 45 είναι σημαντικά λιγότερες σε σχέση με νεαρότερες ηλικίες. Οι λοιμώξεις αυτές είναι πολύ συχνότερες στις ηλικίες γύρω στα 20 έτη.

Διαφορετική είναι η εικόνα με τα ΣΜΝ στις ΗΠΑ, αλλά και στην Ισπανία. Σύμφωνα με τα στοιχεία του αμερικανικού κέντρου για τον Ελεγχο και την Πρόληψη Νοσημάτων (CDCP), τη δεκαετία 2012 με 2022 πολλαπλασιάστηκαν τα ΣΜΝ στις ηλικίες άνω των 55. Οι διαγνώσεις σύφιλης επταπλασιάστηκαν, της γονόρροιας πενταπλασιάστηκαν και των χλαμυδίων υπερτριπλασιάστηκαν.

Και στην Ισπανία, σύμφωνα με την τελευταία Εκθεση Επιδημιολογικής Επιτήρησης για τα ΣΜΝ, η γονόρροια, η σύφιλη και τα χλαμύδια έχουν τριπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία μεταξύ των ηλικιών άνω των 60 ετών. Στη Σεβίλη, πρωτεύουσα της Ανδαλουσίας, τα κρούσματα σύφιλης και γονόρροιας έχουν αυξηθεί 215% τα τελευταία πέντε χρόνια. Οι έρευνες δείχνουν ότι το 75% των ατόμων μεταξύ 55 και 65 ετών δεν χρησιμοποιούν ποτέ ή σχεδόν ποτέ προφυλακτικό κατά τη σεξουαλική επαφή, όχι τόσο διότι πιστεύουν ότι μειώνει τη σεξουαλική διάθεση, αλλά κυρίως διότι φοβούνται λιγότερο την πιθανότητα εγκυμοσύνης.

Ο Χαβιέρ ντε λα Τόρε, επικεφαλής του Paitsida (του ανδαλουσιανoύ προγράμματος για τα ΣΜΝ, τον HIV και το ΑΙDS) επισημαίνει περιπτώσεις σεξουαλικής αφύπνισης σε μεγαλύτερες ηλικίες, ιδίως μετά τον θάνατο συντρόφου, καθώς τα άτομα αυτών των ηλικιών συχνά διαισθάνονται ότι έχουν μια δεύτερη, ίσως και τελευταία, ευκαιρία στη σεξουαλική απόλαυση.

Επισημαίνει επίσης ότι οι άνθρωποι ζουν περισσότερο και έχουν καλύτερη ποιότητα ζωής. «Παλαιότερα, οι 60χρονοι έμοιαζαν με παππούδες και γιαγιάδες. Τώρα, στα 70, μπορείς να φαίνεσαι και να είσαι εξαιρετικός», λέει. Μελέτες δείχνουν ότι το 46% των ατόμων άνω των 60 ετών είναι σεξουαλικά ενεργό, το ίδιο και το 12% των ατόμων άνω των 85, ενώ τα φάρμακα αντιμετώπισης της στυτικής δυσλειτουργίας επιτρέπουν τη σεξουαλική δραστηριότητα σε κάθε ηλικία. Ο Ντε λα Τόρε επισημαίνει επίσης την ευθύνη των επαγγελματιών υγείας στον τρόπο που αποφεύγουν να θίξουν το ζήτημα της σεξουαλικής υγείας και της προφύλαξης στα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα.

Η Ιρέν Φουέρτες, συντονίστρια Επιδημιολογίας της Ισπανικής Ακαδημίας Δερματολογίας και Αφροδισιολογίας (AEDV), έχει μια εξήγηση: «Ισως εμείς οι επαγγελματίες υγείας δεν παρέχουμε αυτό το επίπεδο φροντίδας και δεν θεωρούμε σημαντικό να υπενθυμίζουμε σε άτομα άνω των 60 ετών να κάνουν εξετάσεις εάν έχουν νέους συντρόφους. Υποθέτουμε ότι είναι μεγαλύτεροι σε ηλικία και υπεύθυνοι […]. Αυτό πρέπει να αλλάξει».

pulse

* Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν: El Confidencial – Ισπανία, Voxeurope – Γαλλία (Francesca Barca).