ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μπάμπης Μιχάλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εντονη κριτική ασκούν τρεις κορυφαίοι οικονομολόγοι της υφηλίου στην πρόσφατη απόφαση της ομάδας των επτά πιο ισχυρών οικονομιών του κόσμου (G7)* να απαλλάξει τις αμερικανικές πολυεθνικές εταιρείες από την καταβολή του παγκόσμιου ελάχιστου φόρου 15%.

Ο εν λόγω κατώτατος συντελεστής φορολόγησης των πολυεθνικών εταιρειών υιοθετήθηκε μετά από εισήγηση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας Ανάπτυξης και τη σύμφωνη γνώμη της ομάδας των χωρών του G20 το 2021 από 140 χώρες του κόσμου.

Ο φόρος τέθηκε πέρυσι σε εφαρμογή από την Ευρωπαϊκή Ενωση, το Ηνωμένο Βασίλειο, τον Καναδά και την Ιαπωνία και θεωρήθηκε ως ένα πρώτο βήμα για την καταπολέμηση της φοροαποφυγής των πολυεθνικών και του αθέμιτου φορολογικού ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών. Παρότι χαμηλότερος από τον συντελεστή που επέβαλαν πολλές αναπτυσσόμενες χώρες, ο φόρος αυτός δεν έγινε ποτέ αποδεκτός από τον επιχειρηματία πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και τους Ρεπουμπλικανούς.

Η εκδοχή του φόρου που υιοθέτησαν οι ΗΠΑ κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Τραμπ ήταν διαφορετική και ασθενέστερη από αυτήν του υπόλοιπου κόσμου, επιτρέποντας στις πολυεθνικές να «αντισταθμίσουν» ότι δεν πλήρωσαν σε φορολογικούς παραδείσους με το «επιπλέον» που πλήρωσαν στις ΗΠΑ ή σε άλλες δικαιοδοσίες με υψηλή φορολογία.

Στη δεύτερη του θητεία ο Τραμπ τράβηξε ακόμη περισσότερο το σχοινί, απειλώντας ότι θα αποσύρει τις ΗΠΑ από τη συμφωνία του 2021 με ταυτόχρονη επιβολή «φόρου εκδίκησης» σε όσες χώρες εφαρμόζουν τον παγκόσμιο ελάχιστο φόρο στις αμερικανικές εταιρείες. Και η απειλή του έπιασε, απαλλάσσοντας τις αμερικανικές πολυεθνικές από την καταβολή φόρων μεγαλύτερων των 100 δισ. δολαρίων σε ξένα κράτη την επόμενη δεκαετία -όπως ανακοίνωσε περιχαρής νωρίτερα ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ.

Ο βραβευμένος με Νόμπελ Οικονομικών και πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας Τζόζεφ Στίγκλιτς, ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Κολομβίας Χοσέ Αντόνιο Οκάμπο και η επί σειρά ετών σύμβουλος κορυφαίων οργανισμών των Ηνωμένων Εθνών Τζαγιάτι Γκος, οι τρεις οικονομολόγοι περί ων ο λόγος, επικρίνουν δριμύτατα τις κυβερνήσεις της G7 για την απόφασή της.

Σε κοινό τους άρθρο τονίζουν ότι αυτές «αποφάσισαν να θέσουν τα συμφέροντα των πολυεθνικών πάνω από τα συμφέροντα των αναπτυσσόμενων χωρών, των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και των δικών τους πολιτών με αποτέλεσμα να πληρώνουν υψηλότερους φόρους». Εξαιρώντας τις αμερικανικές πολυεθνικές, τονίζουν η συμφωνία θα επιτρέψει σε ορισμένες εξ αυτών να συνεχίσουν να επωφελούνται μηδενικού ή σχεδόν μηδενικού φόρου στα κέρδη τους σε δικαιοδοσίες χαμηλής φορολογίας ή φορολογικούς παραδείσους όπως το Πουέρτο Ρίκο και τα Νησιά Κέιμαν. Και αυτό θα τις κάνει πιο ανταγωνιστικές από τις υπόλοιπες μη αμερικανικές πολυεθνικές.

Οι τρεις οικονομολόγοι -καθηγητές κορυφαίων Πανεπιστημίων της υφηλίου- προειδοποιούν ότι η παροχή προτιμησιακής μεταχείρισης στις αμερικανικές εταιρείες τούς δίνει κίνητρα να μεταφέρουν την επίσημη έδρα τους στις ΗΠΑ. Και αυτό συνιστά ένα ακόμη θλιβερό παράδειγμα ενός αγώνα δρόμου φορολογικού ανταγωνισμού προς τα κάτω. Προειδοποιούν επίσης ότι με την αποδοχή των απαιτήσεων των ΗΠΑ, η συμφωνία της G7 κινδυνεύει να υπονομεύσει την παγκόσμια εφαρμογή του ελάχιστου φόρου. Οπως σημειώνουν, οι χώρες εκτός G7, συμπεριλαμβανομένων δεκάδων αναδυόμενων αγορών και αναπτυσσόμενων χωρών, καλούνται να επικυρώσουν μια απόφαση που τους επιβλήθηκε από μία μόνο χώρα.

Τονίζουν ότι κανονικά θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο: ο ελάχιστος εταιρικός φόρος να ενισχυθεί και όχι να καταργηθεί. Ο φόρος όπως έχει, παρατηρούν, ισχύει μόνο για τις μεγάλες πολυεθνικές (με παγκόσμιο κύκλο εργασιών 750 εκατομμυρίων ευρώ ή μεγαλύτερο) ενώ και ο συντελεστής 15% είναι πολύ χαμηλός. Υπενθυμίζουν ότι η Ανεξάρτητη Επιτροπή για τη Μεταρρύθμιση της Διεθνούς Φορολογίας Εταιρειών υποστήριζε πάντα έναν ελάχιστο συντελεστή τουλάχιστον 25%. Σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις, ο ελάχιστος φόρος 15% θα απέφερε πρόσθετα έσοδα 155-192 δισ. δολαρίων ετησίως στις κυβερνήσεις, ενώ ένας ελάχιστος συντελεστής 25% πάνω από 500 δισ. δολάρια. «Το να αφήσουμε τόσο σημαντικούς πόρους στο τραπέζι σε έναν κόσμο που αντιμετωπίζει συγκλίνουσες κρίσεις ανισότητας, κλιματικής αλλαγής και υποχρηματοδοτούμενων δημόσιων υπηρεσιών είναι δημοσιονομικά ανεύθυνο και ηθικά αδικαιολόγητο»… «Δεν πρέπει να επιτραπεί στις ΗΠΑ να υπαγορεύουν την παγκόσμια πολιτική. Είναι ισχυρές, αλλά εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 20% του παγκόσμιου ΑΕΠ» επισημαίνουν.

*Οι χώρες της G7: ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Καναδάς, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ιαπωνία