Ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση αντιμετωπίζει το σκάνδαλο της εκτεταμένης διαφθοράς του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι ενδεικτικός συγκεκριμένων αποτυχιών. Ξεχωρίζουν η αποτυχία του επιτελικού κράτους και η έλλειψη πολιτικής ευθύνης και κοινωνικής λογοδοσίας. Είναι επιτομή δράσης υποκόσμου και φτηνού δημόσιου λόγου. Σήμερα η κυβέρνηση έχει μόνο τη χρησιμότητα του λαθρεπιβάτη.
Λόγου χάρη, η ακροδεξιά ατζέντα για το μεταναστευτικό/προσφυγικό παρουσιάζεται ως «δίκαιη πολιτική, αναγκαία για τους φορολογούμενους της χώρας». Η καταλήστευση των κοινοτικών πόρων και τα πρόστιμα που θα κληθούν να πληρώσουν τελικά οι φορολογούμενοι, τι είναι; Εάν είναι κι αυτό δίκαιη πολιτική, τότε είναι πολιτική ακριβή στα πίτουρα και φτηνή στ’ αλεύρι.
Επίσης, είναι ψευδές το επιχείρημα -των κυβερνητικών πορτ παρόλ- ότι τα ίδια συμβαίνουν και σε άλλες χώρες. Μπορεί και να συμβαίνουν. Ομως, η Ελλάδα -και όχι οι άλλες χώρες- βρίσκεται δεύτερη από το τέλος στα στατιστικά της ευρωζώνης του 2024 για την αντίληψη της διαφθοράς. Ερευνες της OLAF (της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης) για την Ελλάδα κατέγραψαν κλοπές εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ από τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία (όχι για άλλες χώρες). Το «fakelaki» είναι γνωστό στην ευρωπαϊκή ζαργκόν ως ενδημικό άθλημα. (Ναι, σωστά διαβάζετε. Το «fakelaki» -μαζί με το «malakas»- δεν χρειάζεται καν μετάφραση.) Δεν είναι η αντιπολίτευση που δυσφημεί τη χώρα. Το κάνει μια χαρά η κυβέρνηση.
Το επιχείρημα της διαχρονικότητας επίσης δεν πείθει. Κυρίως, όταν το επικαλούνται εκπρόσωποι οικογενειών που πρωταγωνιστούν στα πολιτικά πράγματα (με το ίδιο όνομα) τα τελευταία 60 χρόνια. Η αδιαφορία και η απουσία μακροχρόνιου σχεδιασμού ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά των «πολιτικών» τους. Η απρονοησία ήταν τεκμήριο πολλαπλών αποτυχιών που οδήγησαν στη χρεοκοπία: οικονομικών, πολιτικών, πολιτισμικών. Για παράδειγμα, η ελληνική κρίση, ενώ ήταν -περίπου- ορατή στους πολίτες, ήταν αόρατη στους πολιτικούς. Και φάνηκε να ήρθε αιφνιδιαστικά το 2009. Και όπως ήρθε αιφνιδιαστικά, το ίδιο έμεινε ορφανή, χωρίς καταγωγή, χωρίς αιτίες, χωρίς ταυτότητα. Ολοι θέλουν να δρέπουν τα καλά (ακόμη κι αν πρόκειται για «χωριά Ποτέμκιν» ή για τελείως επουσιώδη). Αλλά κανείς δεν θέλει να συνδέει το όνομά του με εθνικές καταστροφές. Θυμηθείτε: ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης σκόπευε να εγκαινιάσει το Κέντρο Τηλεδιοίκησης-σηματοδότησης του σιδηροδρομικού δικτύου της Βόρειας Ελλάδας, στη Θεσσαλονίκη. Ομως, τον πρόλαβε η τραγωδία των Τεμπών, 12 ώρες πριν. Αλλά εάν αυτό μοιάζει με φριχτό ανέκδοτο, δείχνει τη μεγάλη εικόνα.
Η ελληνική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας δεν ήταν μόνο οικονομική. Δεν ήταν αποτέλεσμα μη βιώσιμης οικονομίας που λειτουργούσε πέραν των δυνατοτήτων της. Ηταν κρίση για το σύστημα που κυβέρνησε την Ελλάδα. Ηταν ο καθρέφτης μας. Αυτός ο καθρέφτης δεν αξίζει σήμερα ούτε για τα σκουπίδια. Το «μαζί τα φάγαμε» (του Πάγκαλου) ήταν επιτομή πολιτικού κυνισμού και άρνηση του πολιτικού συστήματος να αναγνωρίσει τον ρόλο του στον εκτροχιασμό. Οι περισσότεροι θα περίμεναν από τους σχεδιαστές των πολιτικών μια κάποια αυτοκριτική και μια ουσιαστική αντίδραση εθνικού τύπου. Θα ήθελαν απαντήσεις στο «Τι πήγε στραβά», «Πώς φτάσαμε εδώ», «Τι πρέπει να κάνουμε για να μην ξαναφτάσουμε στον γκρεμό». Αντ’ αυτού έχουμε χλιαρά μισόλογα «αποτυχίας» που εκκινούν με τους πολικούς αντιπάλους: το ΠΑΣΟΚ και τον τότε ΣΥΡΙΖΑ – έτσι, για «να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή». Ομως, το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ κρίθηκαν, βγήκαν ελλιπείς στην αστικο-κοινοβουλευτική δημοκρατία και δεν ασχολούνται πλέον… με το δημόσιο ταμείο και το κουμάντο.
Το κυβερνητικό επιτελείο περιφέρει ως «σωτήριο» καθρεφτάκι, την πολιτική η οποία ενέχεται για την κρίση. Και το κοντόφθαλμο κομματικό συμφέρον βλέπει τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό σαν χρήμα για το κομματικό ταμείο και όχι ως ευκαιρία για τη χώρα. Ομως, εάν αυτή η ποιότητα δίνει κάποια προοπτική σήμερα, τότε αυτή η προοπτική προοικονομεί μόνο το τρόπαιο (την αυριανή διακυβέρνηση) και τον μουντζούρη. Εάν υπήρχε αξιοκρατία, είναι αμφίβολο ότι ο πρωθυπουργός και οι λοιποί συγγενείς θα έκαναν τόσο αβάδιστα ηγετικά σλάλομ. Βλέπετε, η «αξιοκρατία» περιορίζεται μόνο στους δημοσίους υπαλλήλους, μέσα από μυστήριες εξισώσεις κράτος=κυβέρνηση=δημόσιος τομέας=εμείς κ.λπ. Αλλά, όταν αυτός που ταυτίζει το πολιτικό μέλλον του με το μέλλον της χώρας «δεν ήξερε», αυτός που πιστεύει ότι η φτώχεια είναι ατομική επιλογή και όχι κοινωνική κατάσταση, τότε κάτι χάνει.
Οταν πιστεύει ότι τα παιδιά από το Περιστέρι μπορούν να γίνουν μόνον καλοί ψυκτικοί ή γκαρσόνια, τότε κάτι του διαφεύγει για το μοντέλο ανάπτυξης. Οταν αδιαφορεί για τα κοινωνικά οφέλη και βαφτίζει τη ρεμούλα «των δικών μας παιδιών» αναπτυξιακή πολιτική, τότε αγοράζει πελάτες. Και, επιτέλους, αν στην κριτική που δέχεται βλέπει σκοτεινά συμφέροντα αποσταθεροποίησης, τότε πρέπει να πάει στο σπίτι του.
