Το ευρύ φάσμα μελετών, οι βιβλιοκριτικές και τα άρθρα στο Τύπο, οι δημόσιες τοποθετήσεις του Παντελή Μπουκάλα σε εκδηλώσεις και παρουσιάσεις αναμφίβολα τον καθιστούν έναν σημαντικό λόγιο, εμβριθή μελετητή και δημόσιο διανοούμενο. Η παράλληλη ποιητική του παραγωγή είναι εξίσου ιδιαίτερη, κυρίως στην ωριμότητά της με τα Ρήματα (Κρατικό βραβείο 2010).
Η τελευταία ποιητική του κατάθεση, μια παραγγελία προκλητική ως θεματική, όπως δηλώνει στο επίμετρο ο ίδιος, οδήγησε το φιλέρευνο πνεύμα του στην αναδίφηση για τρεις Αιγαιοπελαγίτες ποιητές (η λέξη με την αρχική σημασία του «ποιώ» και όχι με τον περιορισμό στον ποιητικό λόγο) μέσα από τον σκοτεινό πόνο τους, μια αντίθεση στο προβεβλημένο ως τόπο χαράς και αισιοδοξίας γαλάζιο Αιγαίο: τον Τήνιο γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά (1851-1938), τον Λέσβιο αυτοδίδακτο/λαϊκό ζωγράφο Θεόφιλο Χατζημιχαήλ (1870-1934) και τον Σκιαθίτη πεζογράφο/ποιητή Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (1851-1911). Από τις πηγές ο Μπουκάλας αντλεί καίρια στοιχεία των αρκετά παράλληλων βίων τους για να συνθέσει τρία για τον καθένα ποιήματα εν είδει πρωτοπρόσωπων μονολόγων.
Παρά τις διαφορές τους σε επίπεδο τέχνης, αντιλήψεων και βίου συγκλίνουν βιογραφικά και αποκλίνουν τείνοντας ο καθείς στο προσωπικό του ιδίωμα και κυρίως σφραγίζοντας τρεις πτυχές της νεοελληνικής τέχνης σε μια διαμορφωτική περίοδό της, καθώς έζησαν σχεδόν στο ίδιο χρονικό διάστημα, κρίσιμο για τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας και της ελληνικότητας. Κοινή επίσης υπήρξε η προσήλωση στην τέχνη παρά τις δυσχέρειες και τις απαγορεύσεις του περιβάλλοντος. Ενώ στην εποχή τους στιγματίστηκαν ως «σημαδιακοί και αταίριαστοι» αναγνωρίστηκαν εκ των υστέρων ως «μεγάλοι». Και για τους τρεις συγκεντρώθηκε γύρω από τον αντισυμβατικό βίο τους σειρά διηγήσεων -συχνά μεταξύ ανεκδοτολογίας και τεκμηριωμένης έρευνας.
Με αυτό το υλικό, οι τρεις μορφές παρείχαν πλούσιο υπόβαθρο αλλά εύλογα η ειδολογική επιλογή δεν μπορούσε να παραμείνει σε αυτό. Τα εννέα ποιήματα αποτέλεσαν μια πρόκληση ισορροπίας στο διακύβευμα συνδυασμού βιογραφικού υποστρώματος με έντονο συγκινησιακό φορτίο. Οι πρωτοπρόσωποι «αφηγητές» ταυτίζοντας τη ζωή τους με την τέχνη, μιλούν κυριολεκτικά εκπνέοντας λόγο βαθιά συναισθηματικό, εξομολογούνται στιγμές και κυρίως αγωνίες και αμφιβολίες τους, γίνονται οικείοι άνθρωποι και ταυτόχρονα καλλιτέχνες:
«Αρνάκι του Θεού κι εγώ, πρόβατο αθώο,/ μιλούσα στα χορτάρια, στα λουλούδια, στα πουλιά/ […] Ωστε λοιπόν/ ήμουν στους ζωντανούς ανάμεσα./ Κι ας αθέατος,/ κι ας ανεπιθύμητος./» («Θεόφιλος ΙΙ», «Θεόφιλος ΙΙΙ») η πικρία του Θεόφιλου για τη στάση του κόσμου αλλά και η περηφάνια για τον δικό του, γεμάτο αγάπη χαρακτήρα του: «Ας λένε αχμάκης, μισακάτης, σαλεμένος,/ ζερβοκουτάλας, κι ό,τι ορέγεται η ψυχή τους./ Εγώ δεν ξέρω να μισώ. Είμαι βλαμμένος./ ας χαίρονται την άβλαφτη ζωή τους» («Θεόφιλος ΙΙ») η παπαδιαμαντική ανασφάλεια για τις λέξεις και ο φόβος για το συναίσθημα του έρωτα: «Οχι βιβλίο τα χέρια μου δεν έπιασαν ποτέ μου./ Βιβλίο τυπωμένες./ Οι αναστολές μου αρμαθιά, πλήθος οι αναβολές μου,/…» («Παπαδιαμάντης, Ι»). Η ανάδειξη των συν-αισθημάτων, των αποτελεσμάτων της αισθητηριακής εμπειρίας -επαφή με φύση και τα όντα της, χρώματα, λέξεις- που γίνονται συναισθήματα για τα ζωντανά, όπως τα αισθάνονται οι ποιητές τους, δημιουργήματά τους, συνιστά τον πυρήνα γύρω από τον οποίον αρθρώνονται τα ποιήματα.
Αυτά δεν συγκροτούν μόνο τη φανταστική πλην βασισμένη στα πραγματολογικά εξομολόγηση των τριών ποιητών αλλά μια συμπύκνωση: της εικόνας του καλλιτέχνη όπως προσλήφθηκε και διαδόθηκε στα καθ’ ημάς στη συγκεκριμένη περίοδο: η ταύτιση ζωής-έργου, η αφοσίωση στην τέχνη συντέλεσαν στη συντήρηση του μύθου του «σαλού» καλλιτέχνη. Πρόκειται για μια εικόνα που μάλλον, σε ένα βαθμό, έχει εκλείψει ή που την αντιμετωπίζουμε σήμερα ως πεποιημένη, ως πόζα χωρίς αντίκρισμα. Πέρα δηλαδή από τη συγκίνηση που παρέχει το ίδιο το έργο των τριών, τη συμβολή και το ειδικό βάρος του, ο βίος τους φέρει τα στοιχεία μιας άλλης εποχής. Μπορούμε έτσι να αναλογιστούμε τη χρονική στιγμή της έκδοσης αυτής.
Μια επιστροφή, ακόμη και αν αντιμετωπίζει αρκετά στερεοτυπικά τους τρεις δημιουργούς, παράλληλα με τον αναστοχασμό για την εικόνα του καλλιτέχνη ως κοινωνικού υποκειμένου, αποτελεί αφορμή επαναπροσδιορισμού της στάσης μας έναντι του έργου των τριών, της πρόσληψής του και της σημερινής θέσης του ενώ επαναφέρει το ζήτημα επιβίωσης της ελληνικότητας στους σύγχρονους όρους. Η επιμονή στους λαϊκούς επαρχιακούς παπαδιαμαντικούς χαρακτήρες, η συνένωση του ιστορικού παρελθόντος με τη συμπαρουσία ηρώων από όλο το ιστορικό-μυθοποιημένο ή μυθολογικό φάσμα στον Θεόφιλο, οι τομές και συνέχειες του Χαλεπά, όλα διυλισμένα από τον καίριο άμεσο, αληθοφανή ποιητικό λόγο σε χαμηλόφωνο, οικείο τόνο ανοίγουν νέες συζητήσεις με τον τρόπο που μόνο η λογοτεχνία μπορεί να επιτύχει.
