Η τραγωδία «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή είναι ένα από τα πιο έντονα και συγκινητικά έργα της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας. Το βαθύτερο νόημά της ξεπερνά τη μυθολογική εκδίκηση και αγγίζει θεμελιώδη ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ταυτόχρονα στέκεται μόνη της -δεν είναι τριλογία- και μάλλον πρόκειται για την τελευταία του ποιητή: «Θεωρώ ότι είναι το τελευταίο έργο που έγραψε ο Σοφοκλής. Μάλλον, γιατί δεν ξέρουμε πότε το έγραψε. Δεν ξέρουμε αν προηγήθηκε η «Ηλέκτρα» του Ευριπίδη ή όχι. Αλλά εγώ έτσι όπως το καταλαβαίνω είναι μάλλον το τελευταίο έργο του. Και ως τελευταίο είναι ένα πολύ πικρό σχόλιο για την ανθρώπινη ύπαρξη» μας λέει ο σκηνοθέτης Δημήτρης Τάρλοου.
Και μπορεί να είναι η τελευταία τραγωδία του Σοφοκλή, αλλά είναι η πρώτη που σκηνοθετεί ο Δ. Τάρλοου στην Επίδαυρο.
Φέτος το καλοκαίρι θα βρεθεί εκεί μαζί με έναν θίασο πολύ προσεκτικά επιλεγμένων ηθοποιών (η Λουκία Μιχαλοπούλου θα είναι η Ηλέκτρα, η Ιωάννα Παππά η Κλυταιμνήστρα, ο Γιάννης Αναστασάκης ο Παιδαγωγός, ο Αναστάσης Ροϊλός ο Ορέστης κ.ά.). Η «πρώτη» του συμπίπτει και με ακόμα μία επέτειο: το 2000 ξεκίνησε το Θέατρο Πορεία, οπότε φέτος κλείνουν 25 γεμάτα χρόνια.
Με δύο γυναίκες πρωταγωνίστριες (την Ηλέκτρα και την Κλυταιμνήστρα), οι οποίες πασχίζουν να παραμείνουν στη θέση που απαιτούν μέσα τους και διεκδικούν την ελευθερία τους μέσα σε ένα αντισυμβατικό πλαίσιο –διαφορετικό μεν για την κάθε μία, κοινό όμως ως προς την αντισυμβατικότητά του. Υπό αυτό το πρίσμα θεωρούμε πως είναι κάτι πιο βαθύ που ώθησε τον Δ. Τάρλοου προς αυτή την τραγωδία, κάτι που δεν μας το αρνήθηκε αλλά ίσως δεν είναι και πλήρως ξεκάθαρο ούτε στον ίδιο ακόμα.
Το μόνο που μας αποτρέπει από το να γίνουμε ειδεχθείς είναι μια πίστη. Δεν μιλάω για τον Θεό. Μπορεί να είναι οτιδήποτε. Αλλά εάν απουσιάζει η πίστη, δικαιολογείται και το έγκλημα
Ξαναλέμε, δεν είναι ένας τυχαίος σκηνοθέτης ο συγκεκριμένος: το βίωμα και η προσωπική εμπειρία επενδύονται επί σκηνής υπό τις οδηγίες του. Δεν θα μπορούσε να είναι και αλλιώς με τη δική του προσωπικότητα. Δίχως να τον γνωρίζουμε πέραν του επαγγελματικού πεδίου, όλοι ξέρουμε μέρος της ιστορίας του: γιος της Μαρίνας και εγγονός του Μ. Καραγάτση, μεγάλωσε με τους σπουδαιότερους ανθρώπους των Γραμμάτων και των Τεχνών στο σπίτι του, στις παρέες της οικογένειάς του. Ωστόσο δεν ήταν εύκολος άνθρωπος ο σπουδαίος λογοτέχνης παππούς του, ούτε η μητέρα του ήταν εύκολο να συνυπάρξει μαζί του. Το πολύ δυσάρεστο ήταν πως η Μαρίνα, η Μαρίνα των βράχων του Ελύτη, η Μαρίνα με το θλιμμένο βλέμμα που απαθανάτιζε στον φακό του ο Εμπειρίκος, η δυναμική αυτή γυναίκα που αγωνίστηκε για την αυθυπαρξία της, «έφυγε» πέρσι από κοντά μας: «Ναι, μου λείπει η μητέρα μου, αν αυτό με ρωτάτε» μας λέει ο κ. Τάρλοου. «Αλλά τίποτε άλλο. Ολη την εποχή της διανόησης που λέτε, με αυτούς τους πραγματικά σπουδαίους ανθρώπους, την έζησα και όλα αυτά ήταν εξαιρετικά ενδιαφέροντα και ως τέτοια τα κρατώ μέσα μου. Και κυρίως είχαν τρομερή πλάκα! Θυμάμαι δεκάδες ιστορίες και τις αφηγούμαι στη μικρή μου κόρη σαν παραμύθι κάθε βράδυ για να κοιμηθεί… Δεν νοσταλγώ, ας πούμε, τον Ευγένιο Σπαθάρη που πήγαινα και έβλεπα συνεχώς παραστάσεις του. Αλλά μπορώ να θυμηθώ απευθείας τις φωνές που έκανε και ποιος ήρωας είναι ο καθένας, δίχως να τον δω. Και κάνω και τις φωνές αυτές…
-980x428.jpg)
Με αυτές τις μνήμες, με αυτές τις αναφορές αν θέλετε, είναι που δουλεύω και στις πρόβες. Τι σημαίνει αυτό: πολλά από όλα αυτά, από τις φωνές, τις φιγούρες, τη λαϊκότητα των ηρώων, τα χρησιμοποιήσαμε στη συγκεκριμένη παράσταση, ιδιαίτερα στην όψη της, στα κοστούμια, καθώς έχουμε αναφορές στον Καραγκιόζη, στον Ρόρρη, στον Τσαρούχη ή τον Θεόφιλο: Στο έργο υπάρχει ακόμα μία σύγκρουση, χρονική –από τη μια είναι η εποχή του έπους (με τις ηρωικές πράξεις του πολέμου, τον Αγαμέμνονα κ.λπ.), και από την άλλη είναι η νέα, μοντέρνα εποχή, χωρίς θεό, χωρίς ελπίδα, χωρίς διέξοδο, μια υπαρξιακά έντρομη εποχή, που συγκρούεται με την προηγούμενη».
«Ο,τι δηλαδή συμβαίνει και σήμερα κατ’ αναλογία» του λέμε. «Που ενώ μεγαλώσαμε σε χρόνους βεβαιοτήτων και αμεριμνησίας, περάσαμε με την αλλαγή του αιώνα και μετά στο εντελώς αντίθετο». Ο ίδιος γνέφει καταφατικά και επιστρέφει στην «Ηλέκτρα» του επιβεβαιώνοντας ουσιαστικά τις αναλογίες με το σήμερα: «Στην εποχή των επών υπάρχουν βεβαιότητες και ναι, μια τρυφερή αμεριμνησία: και ως προς τη βία (που είναι ένδοξη ή παρουσιάζεται ως τέτοια) και σε σχέση με την πατριαρχία, με τους φόνους, με τη γενναιότητα, με το δίκιο, με τους θεούς και πώς επιδρούν στη ζωή. Και όλο αυτό έρχεται και συγκρούεται ξαφνικά με το υπαρξιακό κενό και αδιέξοδο της Ηλέκτρας με τρόπο πολύ περίεργο: σαν να συγκρούονται δύο τεκτονικές πλάκες και να δημιουργούν σεισμό. Ωστόσο δεν καταλήγουμε σε κάτι. Ούτε ο Ορέστης ούτε η Ηλέκτρα, παρότι εκδικούνται τη μητέρα και τον εραστή της Αίγισθο για τον φόνο του πατέρα τους, παίρνουν κάποια ουσιαστική ικανοποίηση. Επίσης ο Σοφοκλής κάνει κάτι πολύ τολμηρό: δεν υπάρχουν Ερινύες. Στην Ορέστεια του Αισχύλου, για παράδειγμα, η τάξη αποκαθίσταται μετά την εκδίκηση. Αλλά εδώ δεν γίνεται τίποτα. Το πρόβλημα της Ηλέκτρας είναι πως δεν μετουσιώνει ό,τι τη βαραίνει. Η αγωνία της είναι άγονη. Βλέπεις έναν άνθρωπο καθηλωμένο, από την αρχή μέχρι το τέλος του έργου, χωρίς να κάνει ένα προχώρημα. Δεν γίνεται τίποτα. Είναι η τραγωδία όπου δεν γίνεται τίποτα. Παρά τους φόνους. Αυτό είναι το τρομερό. Και ο Σοφοκλής το κάνει αυτό με έναν εξαιρετικά βασανιστικό για τον θεατή τρόπο, με μοναδική ίσως εξαίρεση τη σκηνή της αναγνώρισης των δύο αδελφών που μάλλον είναι από τις πιο συγκινητικά γραμμένες σκηνές αναγνώρισης στο αρχαίο δράμα.
Ωστόσο το έργο σταματάει δίχως καμία συνέχεια: γίνεται το διπλό φονικό και τέλος. Αυτό είναι –1.510 στίχοι και τέλος. Και σε αφήνει με μια τεράστια απορία για το τι έγινε μετά. Δεν δίνει καμία απάντηση –θέτει μόνο ερωτήματα. Είναι σαν δυστύχημα πραγματικά. Είναι σαν να πέφτει ένα λεωφορείο πάνω σε τοίχο. Και λες, καλά, μετά τι γίνεται; Τίποτα! Και το οποιοδήποτε πολιτικό σχόλιο περνάει μέσα από το υπαρξιακό αυτό «σουρωτήρι» του Σοφοκλή» μας λέει ο Δ. Τάρλοου.
Επαναφέρουμε την κουβέντα στο σήμερα: «Ο Ορέστης στο έργο», συνεχίζει ο σκηνοθέτης, «ζει όλη του τη ζωή με ένα τεράστιο «πρέπει»: ότι πρέπει να πάρει εκδίκηση και να γίνει βασιλιάς. Εκπροσωπεί το αντρικό άχθος, που ο άντρας πρέπει να αποδείξει κάτι μεγάλο… Μα και σήμερα όλοι μας σχεδόν ψάχνουμε τους ρόλους τους οποίους δεν αντέχουμε κιόλας! Προφανώς η κοινωνία δεν ξέρει προς τα πού να στραφεί. Από τη μια έχει τους ηγέτες που της χρειάζονται –επιλέγει αυτούς που της χρειάζονται. Νομίζω ότι κάθε κοινωνία έχει αυτό που της χρειάζεται: έχει τους πολιτικούς που της χρειάζονται, τους διανοούμενους που της χρειάζονται, τους καλλιτέχνες που της χρειάζονται. Είμαι απόλυτα πεπεισμένος γι’ αυτό. Προσωπικά δεν έχω τέτοιου είδους πικρίες για τις εποχές που τελείωσαν, για τους διανοούμενους που δεν αντικαταστάθηκαν…» συνεχίζει. «Ταυτόχρονα όμως η κοινωνία δεν ξέρει και πού να στραφεί. Και πώς να ξέρει δίχως πυξίδα; Η πυξίδα -αυτό πού λέει η Λουκία Μιχαλοπούλου στην παράσταση- είναι η βαθιά πίστη σε κάτι. Εάν δεν διαθέτεις πίστη σε κάτι, το χέρι σου μπορεί να οπλιστεί για εκατοντάδες φόνους. Το μόνο που μας αποτρέπει από το να γίνουμε ειδεχθείς είναι μια πίστη. Δεν μιλάω για τον Θεό –όχι. Μπορεί να είναι οτιδήποτε. Αλλά εάν απουσιάζει η πίστη, δικαιολογείται και το έγκλημα.
Πάντα βρίσκουμε ηθικά ερείσματα για να δικαιολογήσουμε το ανήθικο. Γι’ αυτό και ο Σοφοκλής χρησιμοποιεί αυτή τη δικανική γλώσσα μέσω της Ηλέκτρας όταν μιλάει με τη μάνα της. Διότι ακριβώς είναι σαν να μας λέει ότι εδώ δεν πρόκειται για μάνα και κόρη, αλλά πρόκειται για δύο ανθρώπους που έχουν διαφορετικά συμφέροντα ή ερίζουν για κάτι το οποίο ίσως να μην ξέρουν και οι ίδιες τι ακριβώς είναι, αλλά πάντως δεν είναι ακριβώς η γονεϊκή σχέση. Είναι μια σχέση περισσότερο δύο εχθρών στο δικαστήριο, δύο αντιδίκων» εξηγεί ο Δ. Τάρλοου.
Η αλήθεια είναι πως η συγκεκριμένη τραγωδία δεν δοξάζει την εκδίκηση, αλλά δείχνει το κόστος της: την απώλεια της ανθρώπινης ψυχικής ισορροπίας. Η Ηλέκτρα γίνεται σύμβολο ανυποχώρητης μνήμης και ηθικής αντίστασης. Σε αντίθεση με τη Χρυσόθεμι, αρνείται να ξεχάσει, να συμβιβαστεί ώστε να υπάρξει. Εκφράζει τη φωνή που δεν ξεχνά, ακόμα κι όταν όλα γύρω της έχουν προσαρμοστεί ή παραιτηθεί. Η Ηλέκτρα είναι η φλόγα που αρνείται να σβήσει, σε μια κοινωνία που επιλέγει τη λήθη για να προχωρήσει. Είμαστε σήμερα μια τέτοια κοινωνία; Τελικά πού εδράζεται η αξία της ανθρώπινης δράσης; «Ξεκινώ και πάλι από την τραγωδία αυτή, όπου τίποτα δεν δικαιώνεται στο τέλος της» μας απαντά ο σκηνοθέτης. «Ούτε ο Ορέστης ούτε η Ηλέκτρα δεν βγαίνουν να πουν: «Επιτέλους, δικαιώθηκα!». Η Ηλέκτρα δεν μπαίνει ποτέ στο παλάτι, δεν γίνεται βασίλισσα. Μένει απέξω. Παραμένει αλώβητη και εμμονική, η ίδια και ο ναρκισσισμός της. Και πάντα φέρει ακλόνητη την πεποίθηση πως η αξία της ζωής είναι η αντίσταση, δεν είναι η εξουσία. Αυτό είναι μια πολιτική θέση και μια στάση ζωής».
Ολοκληρώνοντας τη συζήτησή μας η κουβέντα επανέρχεται στην Επίδαυρο: «Ανυπομονώ να δω και εγώ την παράσταση ως θεατής, γιατί από κάποια στιγμή και έπειτα τα πράγματα πρέπει να απελευθερώνονται από τον δημιουργό τους και να αποκτούν τη δική τους ζωή. Τότε ο δημιουργός γίνεται πλέον παρατηρητής. Αυτό δεν είναι μια εύκολη διαδικασία, αφορά το ίδιο το επάγγελμα, αλλά από ένα σημείο και έπειτα πρέπει να τους δίνεις τη δυνατότητα να εξελιχθούν και να… να αυτοπραγματωθούν, όπως λέει και η Λουκία ειρωνικά ξεκινώντας την παράσταση. Ολοι πλέον ζητούν μια αυτοπραγμάτωση ασχέτως με το ποιοι είναι. Γιατί πρέπει να αυτοπραγματωθούν όλοι δεν το έχω καταλάβει! Αλλά εν πάση περιπτώσει από ένα σημείο και μετά είναι ωραίο, όπως έλεγε και ο Αλέκος Φασιανός, να κάθεσαι στη δεύτερη σειρά, να πλέεις σε ένα σιωπηλό και σκοτεινό άπειρο και να ταξιδέψεις στην παράσταση. Αυτό να μου ευχηθείτε να μου συμβεί. Γιατί το αντίθετο είναι ενοχλητικό για τους διπλανούς μου».
● Ολόκληρη η συνέντευξη με τον Δ. Τάρλοου είναι βιντεοσκοπημένη στο κανάλι της «Eφημερίδας των Συντακτών» στο youtube.
«Ηλέκτρα» του Σοφοκλή
4, 5/7 στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. Προπώληση: www.more.com. Σκηνικά & κοστούμια: Πάρις Μέξης. Μουσική σύνθεση: Φώτης Σιώτας. Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου. Χορογραφίες: Μαρκέλλα Μανωλιάδη. Συνεργάτης δραματουργός: Ερι Κύργια. Παίζουν: Λουκία Μιχαλοπούλου (Ηλέκτρα), Αναστάσης Ροϊλός (Ορέστης), Ιωάννα Παππά (Κλυταιμνήστρα), Νικόλας Παπαγιάννης (Αίγισθος), Γιάννης Αναστασάκης (Παιδαγωγός), Γρηγορία Μεθενίτη (Χρυσόθεμις), Περικλής Σιούντας (Πυλάδης).
ΧΟΡΟΣ: Μ. Αλεξιάδη, Α. Αναστασοπούλου, Ε. Βλάχου, Ι. Δεμερτζίδου, Ε. Κιλινκαρίδου-Σίστη, Ι. Λέκκα, Λ. Στέφου, Α. Συμεωνίδου, Χ. Τζόκα. Μουσικοί επί σκηνής: Φώτης Σιώτας, Τάσος Μισυρλής
