Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιταλίας αμφισβήτησε τη συμφωνία της κυβέρνησης της Τζόρτζια Μελόνι με τον Αλβανό πρωθυπουργό Εντι Ράμα. Πρόκειται για πρωτόκολλο συνεργασίας το οποίο οδήγησε, ως γνωστόν, στη δημιουργία δυο κλειστών κέντρων κράτησης μεταναστών στη βόρεια Αλβανία. Αρχικά, η κυβέρνηση της Ρώμης θέλησε να μεταφέρει στις δυο αυτές δομές του Σενγκίν και του Γκιαντέρ παράτυπους μετανάστες που διασώζονται από το ιταλικό πολεμικό ναυτικό και την ακτοφυλακή. O στόχος ήταν να κάνουν αίτηση για πολιτικό άσυλο από την Αλβανία και οι αιτήσεις αυτές να εξετάζονται με ταχύτατες, αν όχι συνοπτικές διαδικασίες.
Στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων, όμως, το Εφετείο της Ρώμης έκρινε ότι η όλη αυτή διαδικασία δεν σέβεται τους κανόνες και τις εγγυήσεις που προβλέπονται από την ιταλική νομοθεσία. Τους τελευταίους μήνες, για να μη συνεχίσουν να μένουν άδεια τα δυο κέντρα, η κυβέρνηση Μελόνι αποφάσισε να μεταφέρει στα κοντέινερ τους, μετανάστες προς απέλαση. Στην αρχή, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπογράμμισε ότι η όλη αυτή κίνηση μπορεί να θεωρηθεί συμβατή με το κοινοτικό δίκαιο, διότι «στο εσωτερικό των δομών της βόρειας Αλβανίας εφαρμόζονται οι νόμοι της Ιταλίας».
Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ρώμης, όμως, εξετάζοντας προσφυγή Τυνήσιου πολίτη ο οποίος είχε μεταφερθεί στα συγκεκριμένα κέντρα ταυτοποίησης και κράτησης, είδε το όλο θέμα από εντελώς διαφορετική σκοπιά. Οι δικαστές του Αρείου Πάγου εξέφρασαν σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με το αν το πρωτόκολλο που υπεγράφη με την κυβέρνηση Ράμα είναι συμβατό με το ιταλικό Σύνταγμα και με τους ευρωπαϊκούς κανόνες.
Υπογραμμίζεται, ουσιαστικά, ότι ο κάθε μετανάστης πρέπει να τυχαίνει αξιοπρεπούς μεταχείρισης, ότι επιβάλλεται να του εξασφαλίζεται δικαίωμα σε δίκαιη υπεράσπιση, όπως και η προστασία της υγείας του. Η όλη υπόθεση, τώρα, θα πρέπει να εξεταστεί και από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ιταλίας, το οποίο θα έχει τον τελευταίο λόγο.
Υπάρχουν και άλλα κύρια σημεία που πρέπει να τύχουν εμβάθυνσης, όπως η τήρηση των προβλεπόμενων διαδικασιών για την παροχή ασύλου και η διαφύλαξη της ατομικής ελευθερίας. Η ιταλική Δικαιοσύνη, ουσιαστικά, με την κίνησή της αυτή, έως τώρα στέλνει το μήνυμα ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα και ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου, δεν αποτελούν κατά βούληση επιλογή, αλλά υποχρέωση.
Αν και το Συνταγματικό Δικαστήριο ακολουθήσει την ίδια κατεύθυνση του Ανώτατου Δικαστηρίου, η συγκεκριμένη συμφωνία ενδέχεται να θεωρηθεί, μερικώς ή ολικώς, άκυρη. Πέρα από τα τεράστια ποσά που ξοδεύτηκαν έως τώρα (το ετήσιο κόστος για τις δυο δομές υπολογίζεται στα 134 εκατομμύρια ευρώ), το κύριο ερώτημα είναι αν το λεγόμενο «μοντέλο Αλβανία» και οι διάφορες προσπάθειες που αποσκοπούν σε «εξαγωγή μεταναστών» θα αποτελέσουν μια απλή παρένθεση του παρελθόντος ή σημείο αναφοράς και για άλλες κυβερνήσεις.
