Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, Φενέρμπαχτσε και Παναθηναϊκός καλούνται να μονομαχήσουν στον πρώτο ημιτελικό του Final 4. Οι «πράσινοι» εύχονται να ισχύσει και σε αυτή την περίπτωση η φράση-κλισέ που λέει ότι «η Ιστορία επαναλαμβάνεται», αφού πέρυσι, στο Βερολίνο, όχι μόνο απέκλεισαν την τουρκική ομάδα επικρατώντας άνετα με 73-57 αλλά στη συνέχεια κατέκτησαν και το 7ο ευρωπαϊκό της ιστορίας τους.
Υπό αυτή την έννοια για τους μεν «πράσινους» το συναπάντημα είναι ένας… καλός οιωνός, για τη δε τουρκική ομάδα μια ευκαιρία για τη μεγάλη ρεβάνς. Εκ πρώτης όψεως δεν μπορεί να μη σταθεί κανείς στο γεγονός ότι ο προπονητής της Φενέρ, Σαρούνας Γιασικεβίτσιους, στην 6η του παρουσία σε final 4, «κυνηγάει» με πείσμα τον πρώτο τίτλο Ευρωλίγκας, ως κόουτς. Κι αν θέλει να τα καταφέρει, θα πρέπει να αποκλείσει μια ομάδα που του έδωσε την ευκαιρία να κατακτήσει την κούπα ως παίκτης (2009).
Από την άλλη, ο Εργκίν Αταμάν, μετά την Εφές (2021, 2022) θέλει να γευτεί και με τον Παναθηναϊκό τη γλύκα του back2back, κάτι που δεν κατάφερε ούτε ο Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς στα 13 χρόνια που κάθισε στο τιμόνι του «τριφυλλιού». Στο πλευρό του έχει μια μίνι τούρκικη παροικία, αφού εκτός από τον συνεργάτη του, Τσενκ Γιλντιρίμ, στο παρκέ θα δουλέυουν γι’ αυτόν ο Τσεντίν Οσμάν και ο Ομέρ Γιουρτσεβέν. Ούτως ή άλλως για τον Αταμάν, η Φενέρ ήταν ανέκαθεν η μεγάλη αντίπαλός του και, περισσότερο από τον καθένα είναι συνηθισμένος σε αυτή την κόντρα.
Στην κανονική περίοδο, ο Παναθηναϊκός νίκησε και στα δύο παιχνίδια (91-90 στο ΟΑΚΑ και 81-76 στην Ούλκερ Αρένα) όμως η Φενέρ ήταν αυτή που διέγραψε καλύτερη και κυρίως πιο ισορροπημένη πορεία, που την έφερε στη 2η θέση της κανονικής περιόδου, διεκδικώντας μέχρι τέλους την πρωτιά από τον Ολυμπιακό. Εδειξε χαρακτήρα, ειδικά εκτός έδρας όπου μάζεψε 11 νίκες για να καλύψει τα πέντε εντός στραβοπατήματα. Και τα κατάφερε, γιατί φέτος δείχνει πιο ώριμη και συνεπής από πέρυσι. Βασίζεται κυρίως στα μεγάλα κορμιά που διαθέτει σε όλες τις θέσεις αλλά ειδικότερα στις θέσεις των φοργουορντ, χαρακτηριστικό που τη βοηθάει να αμύνεται με αλλαγές, χωρίς να προσφέρει πολλά mismatch στον αντίπαλο. Δεν είναι τυχαία η 3η καλύτερη άμυνα της διοργάνωσης. Ο τραυματισμός του Σκότι Γουίλμπεκιν στην πρώτη αγωνιστική δεν την κλόνισε. Τουναντίον την ώθησε να κάνει μια μεταγραφή που αποδείχθηκε κομβική: Αυτή του 37χρονου Ερικ ΜακΚόλουμ (τον θυμόμαστε από τη θητεία του σε Απόλλωνα Π. και Πανιώνιο), ο οποίος της έδωσε μεγαλύτερη ασφάλεια, ισορροπώντας τον παρορμητισμό που χαρακτηρίζει ακόμη τον Γιουέιντ Μπάλντγουιν, την αστάθεια του Μάρκο Γκούντουριτς και την απειρία του Λετονού, Αρτουρς Ζάγκαρς. Οταν χρειαστεί δίνει χείρα βοήθειας ο Ντέβον Χολ, που μοιάζει φαβορί να αναλάβει το μαρκάρισμα του Κέντρικ Ναν. Είναι η ομάδα που σουτάρει τα περισσότερα τρίποντα (415/1089, ποσοστό 38,1 %), αφού ακόμη και το «πεντάρι» της ο Σερτάκ Σανλί, συνηθίζει κινείται έξω από τη γραμμή των 6.75. Σκόρερ της και ως εκ τούτου βαρόμετρο στην επίθεση, είναι ο Αμερικανός Νάιτζελ Χέιζ-Ντέιβις, που κρατάει ακόμη το ρεκόρ σκοραρίσματος σε έναν αγώνα (50 πόντους πέρυσι κόντρα στην Αλμπα). Είναι ένας παίκτης που μπορεί να παίξει κοντά, αλλά κυρίως μακριά από το καλάθι και μπορεί να φτιάξει δίδυμα με τους Κόλσον, Μπιμπέροβιτς, αλλά και με τον Πιέρ. Οι περισσότεροι αναλυτές συμφωνούν ότι η αδυναμία της βρίσκεται στην θέση «5», που όμως δεν της στοίχισε.
Ο Παναθηναϊκός είναι η ομάδα με τη μικρότερη δυνατή πίεση, αφού έχει το credit της περσινής κατάκτησης. Αυτή η έκρηξη και μάλιστα με την επιστροφή του σε Final 4 μετά από 12 χρόνια, σε συνδυασμό με την παρουσία του Εργκίν Αταμάν (5/6 τελευταία F4 με τρία τρόπαια), έδωσε στο κλαμπ την αυτοπεποίθηση που του έλειπε μετά το 2012. Στο παρκέ νιώθει τη σιγουριά που της προσφέρει στην επίθεση, ο MVP της κανονικής περιόδου, Κέντρικ Ναν, ο οποίος κάνει το καλάθι να μοιάζει με εύκολη υπόθεση. Φέτος έχει ανεβάσει την απόδοσή του και ο Χουάντσο, ενώ η προσθήκη του δυναμικού Τσεντίν Οσμάν ενισχύει την δύναμη και την ορμή στο επιθετικό transition. Με αυτά και με εκείνα οι «πράσινοι» είχαν την καλύτερη επίθεση και στην κανονική περίοδο και στα πλει οφ. Ο σοβαρός τραυματισμός του (δις κορυφαίου σέντερ στην διοργάνωση), Ματίας Λεσόρ, μπορεί να σόκαρε αλλά δεν έβγαλε την ομάδα από το δρόμο. Ο Γάλλος προπονείται σκληρά για να προλάβει να δώσει το «παρών» έστω και για λίγες ανάσες. Η απουσία του φάνηκε κυρίως στην άμυνα (στις αλλαγές), όπου προσπαθεί να τον καλύψει κυρίως ο μακρύς Γκέιμπριελ, γιατί ο Γιουρτσεβέν έχει έφεση μόνο στην επίθεση. Ο Γκραντ αποτελεί εγγύηση σταθερότητας, ο Σλούκας έχει την εμπειρία του (11ο φάιναλ φορ) να ξαναβρεί τον καλό του εαυτό την κατάλληλη στιγμή, ενώ ο Μήτογλου αποτελεί «κλειδί» ειδικά όταν καλείται να παίξει (και) σέντερ.
Διαβάστε το ειδικό αφιέρωμα της «Εφ.Συν.» στο φάιναλ φορ της Euroleague
