Ενας καλόπιστος (ή αφελής) τρίτος θα μπορούσε να δεχτεί πως όταν η ελληνική κυβέρνηση επιβιβαζόταν με ενθουσιασμό στο τρένο του ευρωπαϊκού επανεξοπλισμού, διαβεβαιώνοντας, μάλιστα, ότι αποτελούσε μια εξαιρετική ευκαιρία για την Ελλάδα, ίσως δεν περίμενε ότι τα πράγματα θα εξελίσσονταν τόσο άσχημα. Ωστόσο, ακόμα κι αν αυτό ισχύει –πράγμα αμφίβολο–, το μόνο που αποδεικνύει είναι η στρατηγική και διπλωματική μυωπία της.
Ελάχιστα αναφέρεται πλέον στις μέρες μας, αλλά οι ιστορικοί θα θυμούνται ότι μία από τις βασικές παραμέτρους της ένταξης της χώρας στις (τότε) Ευρωπαϊκές Κοινότητες ήταν η ανάσχεση της τουρκικής επιθετικότητας και του τουρκικού αναθεωρητισμού, διά της συμμετοχής στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Διαχρονικά, η στρατηγική της Ελλάδας ήταν να συνδέει οποιαδήποτε προσέγγιση της Αγκυρας στην Ευρώπη με την παροχή συγκεκριμένων ανταλλαγμάτων ασφάλειας και με τη διατήρηση των ισορροπιών ισχύος στο Αιγαίο και σε Ανατολική Μεσόγειο – Κύπρο. Παρά τις προβληματικές πτυχές της, η περίπτωση της Συμφωνίας του Ελσίνκι το 1999, που άνοιξε τον δρόμο για την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Από αυτήν την άποψη, η θέση της Ελλάδας «στον πυρήνα της Ευρώπης», σύμφωνα τουλάχιστον με έναν δημοφιλή πολιτικό μύθο που κατέρρευσε με πάταγο, μαζί με την οικονομία της χώρας, στις αρχές της δεκαετίας του 2010 και με την ψευδαίσθηση περί «ισχυρής Ελλάδας με αλληλεγγύη των εταίρων της» στα μέσα της ίδιας δεκαετίας, ήταν το αντιστάθμισμα της ισχυρής στρατιωτικής παρουσίας της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ.
Δεν έχει γίνει ακόμα αντιληπτό το μέγεθος της ανατροπής που έχει επέλθει σε όλες τις παραπάνω σταθερές και, συναφώς, το μέγεθος της ελληνικής στρατηγικής ήττας, με αποκορύφωμα την επιβεβαίωση της πλήρους συμμετοχής της Τουρκίας στο διαβόητο πρόγραμμα επανεξοπλισμού της Ευρώπης ReArm Europe (Readiness 2030, για όσους βρήκαν την πρώτη ονομασία υπερβολικά πολεμοχαρή). Ηδη από τη δημοσίευση της Λευκής Βίβλου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής διαφαινόταν η διά της πλαγίας οδού είσοδος της Αγκυρας αν όχι στις ευρωπαϊκές στρατιωτικές δομές (χωρίς ούτε αυτό να αποκλείεται μελλοντικά), σίγουρα στα σημαντικότερα εξοπλιστικά προγράμματα με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, χάρη στην ακμάζουσα τουρκική αμυντική βιομηχανία και την αναφορά στη δυνατότητα συμμετοχής των υποψηφίων προς ένταξη κρατών, όπως είναι, τυπικά τουλάχιστον, η Τουρκία.
Αυτό επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά με την πρόσφατη έγκριση από την Επιτροπή των Μονίμων Αντιπροσώπων των κρατών-μελών του χρηματοδοτικού εργαλείου SAFE που θα παρέχει χαμηλότοκα πολυετή δάνεια, ύψους μέχρι και 150 δισεκατομμυρίων ευρώ συνολικά, τα οποία θα εγγυάται ο προϋπολογισμός της Ε.Ε., για κοινές αμυντικές προμήθειες. Πρακτικά, αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι τουρκικές αμυντικές βιομηχανίες θα πληρώνονται με ευρωπαϊκά κονδύλια που θα διατίθενται σε κράτη-μέλη της Ε.Ε., για να κατασκευάζει όπλα. Σε συνδυασμό με την επίσημη επιβεβαίωση ότι η Τουρκία αποτελεί κρίσιμο στρατηγικό εταίρο στο πλαίσιο της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας και τη δρομολογούμενη αγορά εξελιγμένων ευρωπαϊκών οπλικών συστημάτων από την Τουρκία (Meteor, Eurofighter), όπου, και πάλι, κανείς δεν έλαβε ιδιαίτερα υπόψη τις ελληνικές θέσεις, αυτό αναμφίβολα αποτελεί μ’ια λίαν δυσμενή εξέλιξη.
Ακόμα και τώρα, όμως, ο καθεστωτικός προπαγανδιστικός μηχανισμός της τωρινής κυβέρνησης πασχίζει να πείσει όσους είναι πρόθυμοι να πειστούν ότι ο ήλιος ανατέλλει από τη Δύση. Ετσι, το κοινό πληροφορείται υπεύθυνα και έγκυρα ότι οι ελληνικές ενστάσεις καταγράφηκαν, αλλά οι σχετικές αποφάσεις λαμβάνονται με ειδική πλειοψηφία, χωρίς, δηλαδή, να υπάρχει η δυνατότητα άσκησης βέτο.
Πρόκειται για σκόπιμη διαστρέβλωση στη χειρότερη μορφή της: αυτή της μισής αλήθειας. Πράγματι, μολονότι το συγκεκριμένο σχέδιο αφορά (και) την αμυντική πολιτική, γεγονός που θα δικαιολογούσε την ομοφωνία, η Κομισιόν το εισήγαγε με τη νομική βάση της βιομηχανικής πολιτικής, όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται με ειδική πλειοψηφία. Πλην όμως, υπάρχει σωρεία άλλων αποφάσεων που τελούν σε άμεση συνάρτηση με το σχέδιο εξοπλισμού των ευρωπαϊκών κρατών, οι οποίες απαιτούν ομοφωνία, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν τη συνεχιζόμενη στρατιωτική συνδρομή στην Ουκρανία.
Εάν η Ελλάδα του 2025 –δεκαπέντε έτη μετά την de facto απώλεια σημαντικού μέρους της κρατικής της κυριαρχίας– διατηρούσε ακόμα τη δυνατότητα να ασκεί αυτόνομη εξωτερική πολιτική, θα φρόντιζε να κάνει απολύτως σαφές στους «εταίρους» της ότι θα αναγκαστεί να μπλοκάρει με βέτο οποιαδήποτε συναφή ευρωπαϊκή απόφαση απαιτεί ομοφωνία, έως ότου οι τελευταίοι την πάρουν, επιτέλους, στα σοβαρά και εισακούσουν τις θέσεις της. Κάτι τέτοιο, όμως, θα έσπαγε την εικόνα του αρραγούς ευρωπαϊκού μετώπου έναντι της «εξ Ανατολών απειλής» (που δεν είναι, ασφαλώς, η Τουρκία) και συνεπώς είναι αδιανόητο. Γιατί είναι αδιανόητο; Διότι σε τέτοιες κινήσεις προβαίνουν λαϊκιστικές κυβερνήσεις υπόπτων ευρωπαϊκών φρονημάτων, όπως η Ουγγαρία και η Σλοβακία. Τα μαύρα πρόβατα, με άλλα λόγια. Και η Ελλάδα, ως γνωστόν, είναι και θα παραμείνει στη σωστή πλευρά της Ιστορίας.
*Δικηγόρος, διδάκτορας Πανεπιστημίου Αθηνών
