ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Εύα Παπαδοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο «ανθρώπινο λάθος», στον ΟΣΕ και στη Ρυθμιστική Αρχή Σιδηροδρόμων επέρριψε ευθύνες ένα από τα δύο κατηγορούμενα στελέχη του υπουργείου Μεταφορών που προ ημερών απολογήθηκε στον εφέτη ανακριτή Λάρισας, Σωτήρη Μπακαΐμη. Η προϊσταμένη της Διεύθυνσης Σιδηροδρομικών Μεταφορών του υπουργείου Μεταφορών κατά την περίοδο της σιδηροδρομικής τραγωδίας είναι ανάμεσα στους 43 κατηγορούμενους της υπόθεσης των Τεμπών, ωστόσο παραμένει μέχρι σήμερα στο ίδιο νευραλγικό πόστο του υπουργείου Μεταφορών παρά το γεγονός ότι αντιμετωπίζει κατηγορίες, σε βαθμό κακουργήματος, για διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών.

Μετά από τέσσερις αναβολές το υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου απολογήθηκε τελικά στα τέλη Μαρτίου καταθέτοντας απολογητικό υπόμνημα 68 σελίδων και προχωρώντας σε συμπληρωματική προφορική απολογία. Η ίδια δήλωσε πως η υπηρεσία της είναι αναρμόδια όσον αφορά την εποπτεία και τον έλεγχο του σιδηροδρόμου, ενώ υποστήριξε ότι τόσο η ΡΑΣ όσο και ο ΟΣΕ είναι οι φορείς που έχουν την πλήρη ευθύνη του σιδηροδρομικού δικτύου και της κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει. Ειδικά για τη ΡΑΣ σημείωσε πως «δεν υπόκειται σε κανέναν έλεγχο ή εποπτεία», ενώ για τον ΟΣΕ υποστήριξε πως ως εταιρεία του Δημοσίου έχει «ανεξάρτητα όργανα διοίκησης και διαθέτει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια».

«Δεν προβλέπεται»

Υποστήριξε πως η Διεύθυνση Σιδηροδρομικών Μεταφορών, της οποίας προΐσταται, δεν θα μπορούσε «να επιβλέψει, ελέγξει ή επιθεωρήσει» τα έργα που διαχειρίζονται οι υπηρεσίες του ΟΣΕ και της ΕΡΓΟΣΕ, μεταξύ άλλων, γιατί «δεν προβλέπεται από τις αρμοδιότητές της η άσκηση οποιασδήποτε διαδικασίας ανάθεσης και εκτέλεσης σιδηροδρομικών έργων». Αναρμοδιότητα δήλωσε και για την άσκηση εποπτείας στην κατασκευή έργων, που της καταλογίζει το πολυσέλιδο κατηγορητήριο. Ερωτηθείσα από τον ανακριτή για το ποια είναι η εικόνα που είχε η ίδια για την κατάσταση του σιδηροδρομικού δικτύου, επέρριψε και πάλι ευθύνες στον Οργανισμό απαντώντας πως υφίστατο «μόνιμη υποχρηματοδότηση του ΟΣΕ με αποτέλεσμα τη μη επαρκή συντήρηση υποδομών η οποία δεν ήταν προληπτική και στόχευε μόνο στο να συντηρηθεί η γραμμή για ό,τι δεν μπορούσε να αποφευχθεί».

Επέρριψε όμως ευθύνες στον ΟΣΕ και για την υποστελέχωση: «Από τους 3.882 υπαλλήλους το 2010, ο διαχειριστής της υποδομής έφτασε να έχει σήμερα 540 υπαλλήλους», υπογραμμίζοντας πως η έλλειψη προσωπικού συνετέλεσε στη μείωση της χωρητικότητας του δικτύου και άρα στη συχνότητα των δρομολογίων, την ταχύτητα και την καθυστέρηση εξυπηρέτησης του κοινού.

«Σε κάθε περίπτωση η ορθότητα των ενεργειών του διαχειριστή υποδομής (σ.σ. ΟΣΕ) και ο έλεγχός τους […] ελέγχεται αποκλειστικά από τη ΡΑΣ και εξαιρείται ρητά από τις αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Σιδηροδρομικών Μεταφορών» συμπλήρωσε. Στη ΡΑΣ έριξε το μπαλάκι των ευθυνών και για τα θέματα ασφαλείας των σιδηροδρομικών μεταφορών, που, όπως υποστήριξε, δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της, αλλά και για την εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου.

Χωρίς τηλεδιοίκηση

Εντύπωση προκαλεί το γεγονός πως ένα από τα επιχειρήματα που αξιοποίησε για να ρίξει το μπαλάκι των ευθυνών στη ΡΑΣ και τον ΟΣΕ ήταν πως μέχρι σήμερα η ανεξάρτητη αρχή συνεχίζει να εγκρίνει την κυκλοφορία των συρμών και ο ΟΣΕ να εγκρίνει την ασφάλειά τους, παρά το γεγονός ότι τα συστήματα σηματοδότησης τηλεδιοίκησης και ERTMS δεν έχουν τεθεί σε λειτουργία όπως και πριν από το δυστύχημα.

«Μέχρι σήμερα τα συστήματα ERTMS (GSMR, ETCS) δεν είναι λειτουργικά και σε πολλά σημεία του σιδηροδρομικού δικτύου δεν υπάρχει ηλεκτρική σηματοδότηση και τηλεδιoίκηση» σημειώνει. Αν και η ίδια αποδέχεται πως τα συστήματα αυτά, μεταξύ άλλων, περιορίζουν τα ατυχήματα εξαιτίας του ανθρώπινου λάθους, «η ασφαλής κίνηση των συρμών […] γίνεται μέσω της εφαρμογής των διατάξεων του Γενικού Κανόνα Κυκλοφορίας (ΓΚΚ) και των […] νομοθετημάτων που ρυθμίζουν τη διεξαγωγή και τη διαχείριση της σιδηροδρομικής κυκλοφορίας».

Μάλιστα ρωτήθηκε αν έθεσε ποτέ θέμα η ίδια στη ρυθμιστική αρχή ή στους πολιτικούς προϊσταμένους της για ανάκληση της έγκρισης ασφάλειας του ΟΣΕ δεδομένης της κατάπτωσης των συστημάτων ασφαλείας.

Απάντησε πως δεν το έκανε ποτέ, ισχυριζόμενη πως δεν είναι υποχρεωτικό να υπάρχουν τα συστήματα αυτά για να γίνεται με ασφάλεια η κυκλοφορία: «Ο Γενικός Κανονισμός Κυκλοφορίας περιλαμβάνει διαδικασίες ασφαλούς κυκλοφορίας χωρίς τα συστήματα αυτά». Αγνοια ωστόσο υποστήριξε πως είχε και για την πλήρη παύση λειτουργίας του Κέντρου Ελέγχου Κυκλοφορίας (ΚΕΚ) Λάρισας από τον Ιούλιο του 2019: «Δεν λάβαμε ποτέ γνώση, δεν μας γνωστοποιήθηκε ποτέ κάποιο έγγραφο».

«Πού μπορεί να αποδοθεί η ευθύνη για την επέλευση του διερευνώμενου δυστυχήματος;» ήταν η τελευταία ερώτηση από τον ανακριτή, για να δώσει την εξής απάντηση: «Φρονώ ότι το συγκεκριμένο προκλήθηκε εξαιτίας της μη απαρέγκλιτης εφαρμογής του ΓΚΚ τόσο από τον σταθμάρχη του Σ.Σ. Λάρισας, όσο και από τους μηχανοδηγούς της επιβατικής αμαξοστοιχίας».

«Κατά την πρόκληση του δυστυχήματος παραβίασαν 7 διατάξεις του ΓΚΚ και μία έγγραφη εντολή της Διεύθυνσης Κυκλοφορίας του ΟΣΕ. Αν δεν παραβιαζόταν ο Γενικός Κώδικας Κυκλοφορίας τόσες φορές πιθανότατα δεν θα γινόταν το δυστύχημα».