Οποιος θέλει να μεθύσει μέσα σε ένα πανηγύρι κοσμογονικών ιδεών, να νιώσει την ψυχική πληρότητα της υψηλής δημιουργίας και να οραματιστεί την ανατολή μιας νέας φιλοσοφικο-πολιτικής κοσμογένεσης, σε μια εποχή μάλιστα απίστευτης πνευματικής και ηθικοπολιτικής ανυδρίας, πρέπει να διαβάσει τη φιλοσοφική σύνθεση του Αριστείδη Μπαλτά, με τίτλο «Ξεφλουδίζοντας πατάτες ή λειαίνοντας φακούς», από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Ο Αριστείδης Μπαλτάς επινοεί και συνθέτει έναν φανταστικό δημιουργικό διάλογο φιλοσοφικών ιδεών ανάμεσα σε δύο αιρετικούς φιλοσόφους που έζησαν σε διαφορετικές εποχές και με άλλες επιστημονικές και ηθικοπολιτικές παραμέτρους, τον Σπινόζα (1632-1677) και τον νεαρό Βιτγκενστάιν (1889-1951), στη βάση της ριζοσπαστικότητας της «ριζικής εμμένειας» και τη λογική της, η οποία αναιρεί την υπερβατικότητα και κάθε έξωθεν του κόσμου.
Η ανασύνθεση των ιδεών τους, εν μέρει και της ζωής τους, που πραγματοποιεί ο συγγραφέας, είναι τόσο καίρια, ζωντανή και παραστατική ώστε στον αναγνώστη, αν αφεθεί στη λογοτεχνικότητα του κειμένου, δημιουργείται η αίσθηση πως η συνομιλία γίνεται κατευθείαν μέσω των δύο φιλοσόφων και όχι ως φιλοσοφικό επινόημα του δημιουργού. Αν υπήρχε στην Ελλάδα, στην Ευρώπη στην Αμερική ή αλλού μία Ριζοσπαστική Αριστερά, η οποία στοιχειωδώς να είχε σχέση με το γκραμσιανό υπόδειγμα της Πολιτικής Πράξης, το εν λόγω εγχείρημα θα μπορούσε να είναι το Ευαγγέλιο μιας κριτικής σκέψης, φιλοσοφικής και πολιτικής μεθοδολογίας για έναν καινούργιο κόσμο προς έναν σοσιαλιστικό μετασχηματισμό με βάση την Πολιτική Ελευθερία και τη διασύνδεση Αμεσης Δημοκρατίας και Αντιπροσωπευτικής, στοιχεία τα οποία υποκρούονται αβίαστα ως πνευματικοί, ποιητικοί – μουσικοί ρεμβασμοί.
Αναγκαστικά στο ελάχιστο περιθώριο του σημειώματός μας γι’ αυτό το πολυσήμαντο έργο, ένα από τα σημαντικότερα στη Δύση μετά τη δεκαετία του 1990 για τη σύγχρονη φιλοσοφία, θα δώσουμε τον λόγο στον συγγραφέα για τις επιλογές του. «Εννοώ ότι διαβάζω τόσο την “Ηθική” όσο και το “Tractatus” υπό ένα συγκεκριμένο πρίσμα, εκείνο που προσφέρει η φιλοσοφία και η ιστορία της επιστήμης μολονότι καμιά από τις δύο πραγματείες δεν φαίνεται να επιτρέπει τέτοια οπτική: ούτε η “Ηθική” ούτε το “Tractatus” ασχολείται ιδιαίτερα με την επιστήμη, ενώ καθεμιά καθιστά σαφείς με τον δικό της τρόπο τους φιλοσοφικούς λόγους που την κάνουν να το αποφεύγει. Οπως κι αν έχουν τα πράγματα, ωστόσο, η δική μου σκοπιά -, ή, αν θέλετε, η μορφοποιημένη μεροληψία μου– έχει τις ρίζες της σε μακρές και πολύπλοκες συζητήσεις περί επιστημονικής αλλαγής που ενέπνευσε ο Τόμας Κουν και όσοι εν προκειμένω προηγήθηκαν ή τον ακολούθησαν. Η γενικότερη προσέγγιση, οι πιο τολμηρές ερμηνευτικές προτάσεις καθώς και τα περισσότερα παραδείγματα που χρησιμοποιώ προέρχονται από αυτά τα λημέρια. Για να είμαι απολύτως ειλικρινής οφείλω μάλιστα να επισημάνω ότι ένα κάποιο γαλλικό άρωμα (ή, αν θέλουμε, μια παρισινή essence) εμποτίζει την ατμόσφαιρα του κειμένου αφού η ενασχόλησή μου με ζητήματα επιστημονικής αλλαγής έχει επηρεαστεί σημαντικά απ’ ό,τι θα μπορούσα να αποκαλέσω “γαλλική παράδοση στη φιλοσοφία και στην ιστορία της επιστήμης”», σελ. 104.
Το «αυταίτιο», σώμα και πνεύμα στο φιλοσοφικό σύστημα του Σπινόζα, συναρμόζεται κατά Μπαλτά με τη γλώσσα του Βιτγκενστάιν πάνω στο γλωσσικό πεδίο του τελευταίου πως «η κοινή γλώσσα είναι μέρος του ανθρώπινου οργανισμού και όχι λιγότερο πολύπλοκη από αυτόν». Αυτή η ιδιοφυής φιλοσοφική συναρμογή του Μπαλτά μαζί με αρκετές άλλες φωτεινές διαστάσεις δημιουργούν ένα μείζον υπόβαθρο για ένα νέο ριζοσπαστικό στρατηγικό πρόταγμα ανάγνωσης ακόμα και των αναδυόμενων νέων τεχνολογιών. Ανοίγει επιπλέον ορίζοντες πολλαπλής αναίρεσης κάθε επιστημονικοφανούς μετα-αλήθειας.
