Κουρασμένες και προοπτικές είναι συνήθως δύο όροι ασύμβατοι, με την έννοια ότι η «προοπτική» έχει μέσα της ένα στοιχείο μέλλοντος, έστω, λίγο καλύτερου από το παρόν. Με βάση τα δεδομένα της τωρινής κατάστασης επί των οποίων θα χτιστεί αυτό το λίγο καλύτερο μέλλον, οι προοπτικές λαμβάνουν μια ανεπιθύμητη κατεύθυνση: του έστω λίγο χειρότερου μέλλοντος. Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι.
Ενα μεγάλο ερώτημα αφορά τη μελλοντική προοπτική της χώρας. Βέβαια, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αυτή τη στιγμή αρνείται λ.χ. μια προοπτική εκλογών. Οι πρόωρες εκλογές, όμως, δεν αποκλείονται. Ο τελευταίος ανασχηματισμός, στην πραγματικότητα, δεν τα πήγε καθόλου καλά. Η προσπάθεια συσπείρωσης του εκλογικού ακροατηρίου της Ν.Δ. δεν είναι η σωστή απάντηση στα προβλήματα της χώρας και στην κοινωνικο-πολιτική κατάσταση που αποκρυσταλλώθηκε μετά τις πρωτοφανείς κινητοποιήσεις του Φεβρουαρίου. Προφανώς, εδώ η αισιόδοξη πλευρά θα αφορούσε μια προοπτική συνολικά για τη χώρα και όχι μια προοπτική για τη σωτηρία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Επιπροσθέτως, αν υποθέσουμε ότι η φθορά της κυβέρνησης είναι σωρευτική και διογκώθηκε με το έγκλημα των Τεμπών και, στη συνέχεια, με τη συγκάλυψη ενόχων και ενοχών, το Μαξίμου και ο πρωθυπουργός θα όφειλαν να γνωρίζουν ότι, για να καμφθεί η λαϊκή δυσφορία, θα έπρεπε να επιλέξει έναν διαφορετικό τρόπο για την πορεία των υπευθύνων στη Δικαιοσύνη. Ούτε και αυτό έγινε. Αντίθετα ισχυροποιήθηκε το μοτίβο της αδιαφάνειας, της ασυδοσίας, της μη λογοδοσίας και της ατιμωρησίας. Με καταστρατήγηση του Συντάγματος, επελέγη η παράκαμψη της προανακριτικής για τον Χρήστο Τριαντόπουλο με μια κίνηση ελιγμού, προκειμένου να οδηγηθεί κατευθείαν στο δικαστικό συμβούλιο.
Το επιχείρημα της πολιτικής σταθερότητας που επικαλείται η κυβέρνηση ως sine qua non όρο απέναντι στο παγκόσμιο ασταθές και ρευστό κλίμα των καινοφανών γεωπολιτικών εξελίξεων, είναι μεν σοβαρό αλλά με μικρό πρακτικό αποτύπωμα. Γιατί απορρέει από μια απονομιμοποιημένη και αποσταθεροποιημένη κυβέρνηση στο εσωτερικό και, κυρίως, γιατί στην πράξη δεν αντισταθμίζει κανένα από τα ανοιχτά μέτωπα εντός και εκτός της χώρας. Η προσπάθεια να συνδεθεί οπωσδήποτε η παρούσα κυβέρνηση με τη μελλοντική οικονομική ευημερία δεν είναι παρά υπόθεση εργασίας που δεν απορρέει από κανέναν κοινωνικό ή οικονομικό δείκτη στο πλαίσιο της Ε.Ε. Επίσης, δεν προκύπτει από τη θέση της χώρας στις εξελίξεις της Μεσογείου και της μελλοντικής αμυντικής θωράκισης της Ευρώπης. Η προσπάθεια αλλαγής της ατζέντας με την αύξηση του κατώτατου μισθού δεν αναιρεί το γεγονός ότι η Ελλάδα (και μετά την αύξηση) βρίσκεται στην τρίτη (τελευταία) κατηγορία χωρών της Ενωσης με τους χαμηλότερους κατώτατους μισθούς (η Κύπρος, λ.χ., βρίσκεται στη δεύτερη). Και αυτό κάτι θα έπρεπε να λέει για την παραγωγικότητα της συνολικής οικονομίας και τις μελλοντικές οικονομικές προοπτικές των ρυθμών μεγέθυνσης/ευημερίας.
Το άλλο μείζον ερώτημα συνδέεται με τις προοπτικές της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ποια θα είναι η Ευρώπη στο μακροπρόθεσμο διάστημα; Και ποια θα είναι η θέση της χώρας στην Ενωση; Ηδη οι λαοί της Ευρώπης έχουν υποστεί ένα βαρύ κόστος εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία. Εχουν επιδεινωθεί οι όροι του διεθνούς εμπορίου, των διεθνών μεταφορών, του κόστους ενέργειας, έχουν αυξηθεί οι τιμές των βασικών εμπορευμάτων (π.χ. στα είδη διατροφής) με αποτέλεσμα να αυξάνεται το κόστος διαβίωσης. Οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό θα μείνουν υψηλές και θα μειώνουν τις προοπτικές επένδυσης.
Η Ευρώπη, επιλέγοντας αντιστάθμιση με αύξηση των δημόσιων δαπανών χάριν της αμυντικής θωράκισης με επανεξοπλισμό, δεν λύνει τα προβλήματα των ασθενέστερων και πιο προβληματικών χωρών (όπως η Ελλάδα), αλλά αντίθετα τα οξύνει. Λύνει, όμως, προβλήματα της Γαλλίας και της Γερμανίας. Παρότι η Ελλάδα είχε λάβει διαβεβαιώσεις προστασίας των συνόρων της Ε.Ε. (κάτι που ενδιαφέρει κυρίως εμάς και την Κύπρο), οι τελευταίες αποφάσεις περί αμυντικών εξοπλισμών και οι σχετικές δημοσιονομικές ευελιξίες αποδεικνύεται ότι αφορούν μόνο την περίπτωση Ουκρανίας-Ρωσίας, εφόσον οι ισχυροί εταίροι (κυρίως, Γαλλία και Γερμανία) θεωρούν σημαντικό μέρος της κοινής ευρωπαϊκής αμυντικής ασπίδας την Τουρκία, χωρίς καμία απολύτως μέριμνα για την επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας απέναντι σε Ελλάδα και Κύπρο.
Δεν είναι παράδοξο το θέμα των κουρασμένων προοπτικών. Η θέση της Ελλάδας στην Ε.Ε. γίνεται αισθητή σήμερα ως περίπτωση παραγκωνισμένης χώρας. Με την αντιπολίτευση αενάως ζητούμενο σε τροχιά διακυβέρνησης, η κυβέρνηση αυτοπαγιδεύεται σε προσπάθεια πολιτικής επιβίωσης, με στόχους που αδυνατεί να ικανοποιήσει και με οράματα που δεν εκτείνονται πέραν των τοίχων του Μαξίμου. Το χειρότερο είναι ότι οι κουρασμένες προοπτικές βρίσκουν διέξοδο σε ακροδεξιά κόμματα που φέρνουν στο προσκήνιο «εθνικά» δήθεν ζητήματα, επιδεινώνοντάς τα, καθώς οι «πολιορκίες» των κρατών (ή και της Ευρώπης στο σύνολό της), εκτός από ασαφείς και αφηρημένες, κινούνται πλέον μακράν της καθημερινότητας των λαών της Ευρώπης.
