Χρήστος Φωτογλίδης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Υπάρχουν κάποια κείμενα που τα «γράφεις» και τα «ξαναγράφεις». Ξεκινάς να σημειώνεις κι ύστερα τα εξαφανίζεις. Τα διαγράφεις μια για πάντα. Τι νόημα έχει αφού πάντα κάτι περισσεύει; Όμως εκείνα επιστρέφουν και μάλιστα συχνά με άλλη αφορμή. Πώς γίνεται όμως κάθε φορά μίαν άλλη αφορμή να οδηγεί στην ίδια σκέψη; Μπορεί ο προβληματισμός για το α΄ ή β΄ ζήτημα να έχει ως συνεκτικό αρμό ένα μεγαλύτερο αφήγημα ή ερώτημα σε μια εποχή που τα αφηγήματα και τα δύσκολα ερωτήματα φαίνονται να συγκινούν όλο και λιγότερο; Μπορεί ο γενικευμένος κατακερματισμός, η κρίση της δημοκρατίας, το συλλογικό ή προσωπικό άγχος να χωράει σε ένα ερώτημα;

Απλά τα πράγματα να λες και στα τραγούδια να μην κλαις

Ζούμε ζωές χωρίς σταθερότητα, χωρίς πυξίδα, χωρίς αφήγηση. Μια καθημερινότητα ασυνάρτητη, γεμάτη αντιφάσεις, με τη βεβαιότητα πως δεν θα υπάρχει αύριο — ή πως, κι αν υπάρχει, θα μοιάζει με το σήμερα, μόνο χειρότερο. Οι πολλοί και οι πολλές, οι επισφαλείς και οι αποκλεισμένες, όλοι όσοι παλεύουν μέσα στην ομίχλη της «κανονικότητας» —είναι αυτοί που κουβαλούν την κόπωση, όχι μόνο την οικονομική, αλλά και την ψυχική, την πολιτική.  Δεν είναι απλώς ρευστές οι ζωές μας· είναι αποδομημένες.

Η καθημερινή ζωή των περισσότερων ανθρώπων δεν έχει σταθερότητα, όχι μόνο οικονομική, αλλά και θεσμική: τίποτα δεν εγγυάται ούτε το παρόν ούτε το αύριο. Το ζήτημα δεν είναι απλώς υπαρξιακό· είναι βαθιά πολιτικό: πώς μπορεί να υπάρξει δημοκρατία όταν οι ζωές είναι τόσο ρευστές, ασταθείς και απρόβλεπτες; Όταν δεν μπορούν να εμπλακούν σε ευρύτερα οράματα και ιδέες παρά μόνο στον καθημερινό αγώνα για επιβίωση.

Μπροστά σε αυτό το κενό, η πολιτική εξουσία διατηρείται με όρους ελέγχου: επικοινωνία χωρίς ουσία, τεχνοκρατία χωρίς λογοδοσία, κοινωνικές πολιτικές-βιτρίνα. Δεν πρόκειται για αδιαφορία ή ανικανότητα, αλλά για στρατηγική: μια δημοκρατία που περιορίζεται στους λίγους, στους επαΐοντες, στους ευνοημένους. Οι υπόλοιποι καλούνται να σιωπήσουν ή να επιβιώσουν ιδιωτικά.

Η χώρα μου είναι αποικία μιας πιο μεγάλης αποικίας

Αυτό που ζούμε στην Ελλάδα δεν είναι εξαίρεση. Η μετατόπιση προς αυταρχικότερα σχήματα εξουσίας είναι διάχυτη. Σχεδόν σε όλη την Ευρώπη ο κανόνας είναι αυτός. Το παράδειγμα δεν είναι μόνο η Ουγγαρία για την οποία γράφτηκαν πολλά. Στην Ιταλία, τη Γερμανία, τη Γαλλία η τάση είναι ίδια. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η δημοκρατική πραγματικότητα αμφισβητείται ανοιχτά.

Η Ελλάδα συμμετέχει ενεργά σε αυτή τη μετάβαση, ενσωματώνοντας με ταχύτητα λογικές επιτήρησης, αστυνομικοποίησης της δημόσιας σφαίρας, απαξίωσης της διαμαρτυρίας ή επιχείρησης υποτίμησης και αφομοίωσης όταν εκείνη δεν αποτρέπεται (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τις μεγαλειώδεις διαμαρτυρίες με αφορμή τη δολοφονία των Τεμπών).

Με δίχως σημαίες και δίχως ιδέες

Από την άλλη, ένα βασικό χαρακτηριστικό είναι η κρίση εκπροσώπησης. Η ουσιαστική απουσία συγκροτημένου χώρου που θα μπορεί να αποτελέσει πλατφόρμα διαλόγου και όχημα ενός εναλλακτικού προγράμματος για συμπερίληψη και δικαιοσύνη.

Οι πολίτες ζητούν να ξαναμιλήσουν για τα μεγάλα: για τη δικαιοσύνη, το σύστημα υγείας και την ασφάλιση, το δικαίωμα στη στέγη, την παιδεία, το περιβάλλον. Αντί γι’ αυτό, βρίσκονται μπροστά σε κομματικές αφηγήσεις που φοβούνται να συγκρουστούν, που δεν θέλουν να ριψοκινδυνεύσουν στο πεδίο των ιδεών. Η κρίση είναι και κρίση πολιτικής φαντασίας. Η πληθυντική Αριστερά, ως δυνητική εναλλακτική, μοιάζει συχνά να αναπαράγει τους όρους του κυρίαρχου αφηγήματος: δισταγμό, περιθωριοποίηση, φόβο μήπως φανεί «ριζοσπαστική» αλλά και απαρχαιωμένες ή εκτός χρόνου αναλύσεις.

Είδα τη μάνα σου με μαύρο τούλι/ Πόσο αξίζουν οι ζωές μας αδερφούλη;

Σε μια χώρα όπου η ζωή μοιάζει να μην έχει εγγυήσεις, όπου συχνά νιώθουμε πως επιβιώνουμε από τύχη, η ανάγκη για αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη γίνεται κραυγή – ιδίως όταν το αδιανόητο δεν αποτρέπεται και μετατρέπεται σε κανονικότητα. Το δολοφονικό δυστύχημα στα Τέμπη δεν ήταν ένα «τραγικό γεγονός». Ήταν η αποκάλυψη μιας ολόκληρης κρατικής λογικής: της αδιαφορίας για την ανθρώπινη ζωή. Όταν η συντήρηση των υποδομών θεωρείται κόστος, όταν η ευθύνη διαχέεται χωρίς ποτέ να αποδίδεται, τότε δεν μιλάμε απλώς για δυστύχημα —μιλάμε για πολιτική.

Η αντίδραση της κοινωνίας δεν ήταν μόνο οργή· ήταν και ένα ερώτημα: πόσο αξίζουμε; Πόσο αξίζει μια ανθρώπινη ζωή όταν όλα γύρω μας —από την υγεία μέχρι τις μετακινήσεις— αντιμετωπίζονται σαν αριθμοί σε έναν προϋπολογισμό;

Η βία είναι παρούσα με διαφορετικές μορφές στη ζωή όλων μας — όχι μόνο ως εγκληματική αδιαφορία για τη ζωή και υποτίμηση των όρων τις καθημερινότητας μέσα από βάναυσες πολιτικές εξαθλίωσης, αλλά ως πυρηνικό πραγματικό φαινόμενο. Και αυτό δεν είναι κάτι νέο. Η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, σχεδόν 20 χρόνια πριν από σήμερα, του Παύλου Φύσσα, του Ζακ Κωστόπουλου, του Νίκου Σαμπάνη, οι βασανισμοί και η κακομεταχείριση ανθρώπων στα σύνορα, στους δρόμους, στα αστυνομικά τμήματα — δεν είναι «μεμονωμένα περιστατικά» αλλά φτιάχνουν μια διαρκή βάρβαρη «γενεαλογία». Μια αντίληψη που επιχειρεί να γίνει κυρίαρχη, η αντίληψη εκείνης της λογικής που δεν θεωρεί κάθε ζωή ίσης αξίας.

Όσοι τολμούν να διαμαρτυρηθούν, κατηγορούνται για υπερευαισθησία, για υποκρισία, για «πολιτικοποίηση του πένθους». Ωστόσο, η πολιτική δεν είναι παρά και οργάνωση του συλλογικού πένθους σε απαίτηση δικαιοσύνης. Αν δεν υπερασπιστούμε τη ζωή εκεί που ποδοπατιέται, πώς θα μιλήσουμε για αξιοπρέπεια; 

Και όταν αυτή η βία δεν αφορά «όλους» αλλά συγκεκριμένες ταυτότητες —προσφυγικές, φτωχές, ΛΟΑΤΚΙ+, Ρομά— τότε η δημοκρατία μετατρέπεται σε ταξική προνομιακή λέσχη για τους λίγους. Αυτό που κρίνεται κάθε φορά δεν είναι μόνο το ποιος κυβερνά, αλλά και το ποιος έχει δικαίωμα στη ζωή, στη φροντίδα, στην πένθιμη (αλλά όχι μόνο) «αναγνώριση».

Το πιο βαθύ σκοτάδι είναι πριν την αυγή

Ωστόσο αυτός ο κατακερματισμός από τη μία της ζωής και από την άλλη της ατζέντας (των χιλιάδων πραγμάτων που συμβαίνουν- των εκατοντάδων πραγμάτων που διαλύονται) πώς μπορεί να χωρέσει σε ένα ερώτημα; Τελικά πώς μπορεί να περιγραφει και να γίνει κατανοητή η ζωή μας όχι μόνο μέσα από το πρίσμα των μεγάλων ιδεολογιών αλλά σε μια προοπτική που θα σώσουμε τα αυτονόητα και θα διεκδικήσουμε ζωές λιγότερο ρευστές;

Πού συναντιούνται όλα τα ζητήματα, από τις ακραίες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες του σήμερα, μέχρι την υποστελέχωση των νοσοκομείων; Πώς συνδέονται με τον αγώνα κατά της ιδιωτικοποίησης του Νερού, τις Σκουριές, την κρατική δολοφονία στα Τέμπη, τη ρημαγμένη Παιδεία, τον εμπαιγμό του Πολιτισμού και τόσα άλλα. Πώς όλα αυτά από κοινού νοηματοδοτούν τις ρευστές ζωές μας και δίνουν μια κοινή προοπτική;

Νομίζω πως όλα τα παραπάνω συνδέονται με ένα υπαρκτό νήμα. Ένα νήμα που πρέπει να πάρει άμεσα πολιτικά χαρακτηριστικά και να λειτουργήσει ως συναίνεση αλλά και ως διαίρεση για τις πολιτικές ιδέες και τα αντιπαραθετικά προγράμματα. Ένα νήμα που τέμνει σε πολλά σημεία την ελληνική κοινωνία και συγκροτεί δυο αντιλήψεις, δύο δυναμικές και φτιάχνει δύο διαφορετικούς κόσμους: από τη μία πλευρά του νήματος είναι οι πολίτες που αγωνιούν και παλεύουν για Ζωή. Ζωή με σημασία, δικαιοσύνη, ποιότητα και αξιοπρέπεια για τις πολλές και τους πολλούς. Μια ζωή που δεν θα είναι τυχαία υπόθεση. Από την άλλη είναι όσοι βάζουν το κέρδος πάνω από τη ζωή, την ιδιώτευση, τα δίκτυα, την απαξίωση της συμμετοχής, τον κακό τεχνοκρατισμό. Εκεί που η λογική που θέλει να κοιτάξουμε τη δουλειά και την επιτυχία μας μπαίνει πάνω από την ισότητα και τις ευκαιρίες για όλους. 

Ίσως, αντί για τα πολύπλοκα ερωτήματα και τις μαξιμαλιστικές αναλύσεις, σήμερα και εντελώς αναστοχαστικά, αυτή πρέπει να είναι η βάση της συζήτησης. Η πλατφόρμα πάνω στην οποία θα επιχειρήσουμε να απαιτήσουμε λιγότερο ρευστές  ζωές. Η αφετηρία για αλλαγή (αν τελικά θέλουμε αλλαγή) και ίσως το κεντρικό ερώτημα σε σχέση με το τρόπο που θα πλησιάσουμε -πολίτες, κόμματα, οργανώσεις- τις επόμενες εκλογές: τελικά, από θέση αρχής είμαστε με τη Ζωή ή με τον Θάνατο;

*Υποψήφιος διδάκτορας Ιστορίας, The Ohio State University