Αμείλικτη είναι η αντιπολίτευση μπροστά στις κυβερνητικές φανφάρες για την αύξηση του κατώτατου μισθού, κάνοντας λόγο για «ψίχουλα», για εμπαιγμό σχεδόν μισό εκατομμυρίων εργαζομένων, καθώς και για κοροϊδία, επισημαίνοντας την νέα σιγή ιχθύος από την κυβέρνηση για Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και υπενθυμίζοντας παράλληλα την περιδίνηση στην οποία έχει περιέλθει ο ελληνικός λαός από την σκληρή νεοφιλελεύθερη πολιτική της Νέας Δημοκρατίας.
Ο Παύλος Χρηστίδης, τομεάρχης Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων του ΠΑΣΟΚ κάνει λόγο μισθό κατώτερο των πραγματικών αναγκών των εργαζομένων και σημειώνει πως η πολιτική Μητσοτάκη πρεσβεύει την λογική «ψίχουλα στους πολλούς και πολλά στους λίγους και ισχυρούς».
Αφού παρέθεσε μια σειρά αντικειμενικών δεδομένων που σκιαγραφούν την φτωχοποίηση του ελληνικού λαού, τόνισε τη δέσμευση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης για κατώτατο μισθό που θα προσδιορίζεται από τους κοινωνικούς εταίρους και την Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.)
Ο ΣΥΡΙΖΑ, δια του τομεάρχη Εργασίας του κόμματος, Γιώργου Γαβρήλου, υπογραμμίζει πως η κυβέρνηση προσπαθεί να αλλάξει την ατζέντα μέσα από τις ανακοινώσεις για την αύξηση του κατώτατου μισθού, εμπαίζοντας παράλληλα τους εργαζομένους, καθώς ο μισθός όπως αναφέρει δε φτάνει για να βγει ο μήνας.
Σχολιάζοντας τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού ανέφερε ότι καμία ουσιαστική αλλαγή δεν θα δουν οι εργαζόμενοι, ειδικά οι χαμηλόμισθοι, τονίζοντας ότι η κυβέρνηση έχει καταδικάσει όλη την κοινωνία σε παρατεταμένη φτώχεια και υποβάθμιση του επιπέδου ζωής.
Ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και αντιπροέδρου της ευρωομάδας της Left, Κώστας Αρβανίτης, κάνει λόγο ύψιστη κοροϊδία για τον κατώτατο μισθό.
«Η κυβέρνηση που δεν προστάτευσε τους εργαζόμενους από την επέλαση της καλπάζουσας ακρίβειας και τη διαρκή επιδείνωση όλων των δεικτών που αφορούν στην ζωή τους, κομπάζει για την αύξηση του κατώτατου μισθού, ο οποίος παραμένει ανεπαρκής συγκριτικά με τις ανατιμήσεις σε αγαθά πρώτης ανάγκης και καταβυθίζεται λόγω δαπανηρότερης αναζήτησης των στοιχειωδέστερων στεγαστικών καλύψεων», αναφέρει στη δήλωσή του.
«Αδιαφορεί πλήρως για το γεγονός ότι η χώρα μας κατατάσσεται μαζί με την Βουλγαρία στη χειρότερη θέση εντός της Ε.Ε. ως προς τη σχέση του μισθού με την αγοραστική δύναμη και σιωπά ως προς την υποχρέωση της κυβέρνησής του να εναρμονιστεί με την ευρωπαϊκή οδηγία και να προχωρήσει στην επαναφορά των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων ώστε να καλύπτεται το 80% τουλάχιστον των μισθωτών από όρους Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας.
Το χάσμα έναντι των προοδευμένων λαών της Ευρώπης διευρύνεται διότι η κυβέρνηση αντιστέκεται στην πολιτική της θεσμοθέτησης επαρκών μισθών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αντιμάχεται με όλους τους τρόπους την σύγκλισή μας με την αναπτυγμένη Ευρώπη, καθώς το δικό του μοντέλο «ανάπτυξης» προϋποθέτει διατήρηση χαμηλού κόστους, φτωχότερους εργαζόμενους, ανεπαρκείς κοινωνικούς πόρους.
Ο κ. Μητσοτάκης υπερηφανεύεται ότι είναι ο Πρωθυπουργός της χώρας που βρίσκεται στην χαμηλότερη ταχύτητα των κατώτατων μισθών στην Ευρωπαϊκή Ένωση», καταλήγει.
Για παραπλάνηση των εργαζομένων καταγγέλλει τον πρωθυπουργό το ΚΚΕ, με ανακοίνωσή του, το οποίο υπογραμμίζει το γεγονός πως ο πενιχρός αυτός μισθός εξανεμίζεται από τη ληστρική φορολογία και την ακρίβεια.
Παράλληλα, επισημαίνει πως τώρα πρέπει να δυναμώσει ο αγώνας για Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και γενναίες αυξήσεις στους μισθούς, για 7ωρο- 5νθήμερο-35ώρο. Για την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού των δημοσίων υπαλλήλων, της 13ης και 14ης σύνταξης. Για να επανέλθουν οι κομμένες τριετίες, να κατοχυρωθεί η Κυριακάτικη αργία, να μην υπάρχει καμία διευθέτηση του χρόνου εργασίας.
«Οι ανακοινώσεις του πρωθυπουργού για τον κατώτατο μισθό, επισφραγίζουν τη συνέχιση, με αμείωτη ένταση, της φτωχοποίησης των εργαζομένων», σημειώνει σε δήλωσή της η κοινοβουλευτική εκπρόσωπος της Νέας Αριστεράς, Έφη Αχτσιόγλου.
«Ο κ. Μητσοτάκης ανακοίνωσε αύξηση μόλις 34 ευρώ καθαρά στον κατώτατο μισθό και 20 ευρώ στον εισαγωγικό του Δημοσίου. Η πενιχρή αύξηση έχει εξανεμιστεί πριν ακόμα δοθεί, ήδη από τη φορολογία των μισθωτών, αφού, χωρίς αύξηση του αφορολόγητου και αναπροσαρμογή των φορολογικών κλιμακίων, το ποσό του φόρου για τους εργαζόμενους με τον κατώτατο μισθό διπλασιάζεται. Την ίδια ώρα η ακρίβεια καλπάζει σε είδη και υπηρεσίες πρώτης ανάγκης, σε τρόφιμα, ενοίκια, ενέργεια, καύσιμα και μαζί με την υψηλή έμμεση φορολογία σαρώνουν το εισόδημα των νοικοκυριών», αναφέρει, τονίζοντας ότι «βέβαια το ίδιο δεν ισχύει για τις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις και τις τράπεζες που στο μεταξύ σωρεύουν αμύθητα κέρδη».
«Την ίδια στιγμή, η διάλυση των συλλογικών συμβάσεων κρατά καθηλωμένους τους μισθούς σε όλα τα επίπεδα, με τους εργαζόμενους να υφίστανται τεράστια απώλεια της αγοραστικής τους δύναμης. Εξάλλου, ο κ. Μητσοτάκης επανέλαβε την προδιαγεγραμμένη καθήλωση του κατώτατου μισθού, ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, στο απολύτως ανεπαρκές επίπεδο των 790 ευρώ καθαρά στο τέλος του 2027, ενώ έχει νομοθετήσει μηχανισμό μηδαμινών αυξήσεων από εκεί και πέρα», καταλήγει.
