Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με εξαίρεση τις τρεις Βαλτικές χώρες (Λετονία, Λιθουανία, Εσθονία), που η «απελευθέρωση» από το ρωσικό αέριο έχει μετατρέψει σε «κόλαση» την αγορά ρεύματος, με τις τιμές για σήμερα, τελευταία μέρα του Μαρτίου, από 254 έως 309 ευρώ ανά μεγαβατώρα, η Ελλάδα έχει σήμερα την υψηλότερη χονδρική ρεύματος σε όλη την ηπειρωτική Ευρώπη (138 ευρώ/MWh έναντι 121 των επόμενων Ρουμανίας και Βουλγαρίας και μόλις 32 ευρώ/MWh των δύο χωρών της Ιβηρικής) και την υψηλότερη τιμή όλου του Μαρτίου. 

Καταγράφεται μια σχεδόν ανεξήγητη ημερήσια αύξηση περίπου 40%, έπειτα από μέρες διακύμανσης λίγο πάνω από τα 100 ευρώ/MWh. Η σημερινή αύξηση είναι προφανώς… αεριωθούμενη, καθώς το φυσικό αέριο ήταν το κύριο καύσιμο ηλεκτροπαραγωγής (38%), ακολουθούμενο από τις ΑΠΕ (33,4%) και τις εισαγωγές (23%), με τη συμβολή του λιγνίτη σχεδόν εκμηδενισμένη. Αντίθετα, όλο τον Μάρτιο, βοηθούντος του καιρού, η συμβολή των ΑΠΕ στη συνολική παραγωγή ρεύματος έφτασε το 50%.

Μικρές μειώσεις

Ωστόσο, συνολικά ο Μάρτιος κλείνει με μέση χονδρική τιμή ρεύματος 104 ευρώ/MWh, θεαματικά μειωμένη από τον Φεβρουάριο (154 ευρώ/MWh) και από τον Ιανουάριο (135 ευρώ/MWh). Αυτή η αποκλιμάκωση σε ποσοστό πάνω από 30% θεωρητικά σημαίνει ότι τα τιμολόγια ρεύματος που ανακοινώνουν αύριο οι προμηθευτές για τον μήνα Απρίλιο θα έπρεπε να μειωθούν αντίστοιχα. Δεν υπάρχει όμως η παραμικρή πρόθεση και ένδειξη γι’ αυτό. Η Protergia έχει ήδη ανακοινώσει ότι θα διατηρήσει και για τον Απρίλιο, για 10ο συνεχή μήνα, «σταθερό το πράσινο τιμολόγιό της», στα 15,9 λεπτά ανά κιλοβατώρα, που σημαίνει ότι δεν θα ακολουθήσει την πτωτική τάση της χονδρικής τιμής, διατηρώντας το πλεονέκτημα υπέρ των σταθερών μπλε τιμολογίων της (περίπου 10 λεπτά ανά κιλοβατώρα). 

Η ΔΕΗ, που έχει επίσης κρατήσει σταθερό πάνω από τα 15 λεπτά/kWh το προηγούμενο τρίμηνο, παρά τις μεγάλες διακυμάνσεις, αναμένεται να ανακοινώσει αισθητές αλλά μικρές μειώσεις και στην ίδια λογική θα κινηθούν και οι άλλοι μικρότεροι προμηθευτές ως προς τα πράσινα κυμαινόμενα τιμολόγια, ωθώντας τους πελάτες προς τα σταθερά προϊόντα τους. Το μόνο που σίγουρα θα μειωθεί μετά τη σημαντική πτώση στη χονδρική τιμή ρεύματος είναι οι -ανεπαίσθητες έτσι κι αλλιώς- κρατικές επιδοτήσεις. Η κυβέρνηση έχει ευκαιρία ακόμη και να τις μηδενίσει για τον Απρίλιο.

Τάση μείωσης

Με δεδομένο ότι η συμβολή των ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή θα αυξάνεται τους προσεχείς μήνες προς το καλοκαίρι και θα κυμαίνεται κοντά ή και πάνω από το 50% του Μαρτίου, τόσο οι τιμές της χονδρικής ρεύματος στο Χρηματιστήριο Ενέργειας όσο και της λιανικής θα πρέπει να μειώνονται, χωρίς βεβαίως να παίρνουμε υπόψη τον παράγοντα της κερδοσκοπίας, που τα τελευταία τέσσερα χρόνια είναι κυρίαρχη συνιστώσα στην αγορά ρεύματος.

Αν η τάση αυτή συνεχιστεί, με δεδομένο ότι βουνά και κάμποι κατακλύζονται από αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα και κάθε χρόνο προστίθεται όλο και μεγαλύτερη ισχύς «πράσινου» ρεύματος (σε πείσμα αντιδράσεων των τοπικών κοινωνιών για την αντιπεριβαλλοντική χωροθέτησή τους), χονδρικές και λιανικές τιμές «οφείλουν» να πέφτουν και το μερίδιο των ορυκτών καυσίμων στην ηλεκτροπαραγωγή να μειώνεται δραστικά.

Από αυτή την άποψη ηχούν τουλάχιστον ως παράδοξοι οι πανηγυρισμοί του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του νέου αντιπροέδρου της κυβέρνησης Κωστή Χατζηδάκη για την «τεράστια εθνική επιτυχία» που συνιστά η εκδήλωση ενδιαφέροντος από την αμερικανική πολυεθνική Chevron για έρευνα και εξόρυξη σε θαλάσσια οικόπεδα νότια της Κρήτης, ενώ έχει προηγηθεί ενδιαφέρον τον Φεβρουάριο για περιοχή νότια της Πελοποννήσου. Και ο μεν και ο δε θεωρούν την εξέλιξη «αναγνώριση από την αμερικανική εταιρεία της ελληνικής ΑΟΖ στην περιοχή», διεμβολίζοντας το προ πολλού ημιθανές τουρκολιβυκό σύμφωνο.

Διπλωματικά η επισήμανση είναι ακριβής. Οικονομικά, ωστόσο, είναι παράδοξη η μακροπρόθεσμη επένδυση μεγάλων προσδοκιών σε ένα «μεταβατικό καύσιμο», όπως το φυσικό αέριο, που σε μια δεκαετία, αν και όταν έχουν εντοπιστεί απολήψιμες ποσότητες στα ελληνικά κοιτάσματα, θα έχει περιθωριακό ρόλο στην παραγωγή ρεύματος. Ή μήπως είναι ψευδείς οι διακηρύξεις για «πρασίνισμα» της ηλεκτροπαραγωγής σε ποσοστό 87% μέχρι το 2030, όπως προβλέπει το αναθεωρημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα;