ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Ζαφειρόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

O καταιγισμός πληροφορίας για το δυστύχημα των Τεμπών και την απόπειρα συγκάλυψης έχει αφήσει ελάχιστο χώρο αναστοχασμού ως προς κάτι που είναι βαθύτερο και από την αναζήτηση των ευθυνών για το έγκλημα. Το βράδυ της Τρίτης το Eteron – Ινστιτούτο για την Ερευνα και την Κοινωνική Αλλαγή διοργάνωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδήλωση, με ομιλητές τους Θοδωρή Ελευθεριάδη (γιος της 55χρονης Μαρίας Εγούτ, θύματος του δυστυχήματος), Ξενοφώντα Κοντιάδη (συνταγματολόγος, Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου στο Πάντειο), Νάνσυ Παπαθανασίου (Κλινική Ψυχολόγος, Επιστημονικά συνυπεύθυνη του Orlando LGBT+), Δημήτρη Παπανικολόπουλο (δρα Πολιτικής Επιστήμης), οι οποίοι έριξαν φως στο ανοιχτό κοινωνικό τραύμα και τη ρωγμή εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε σε μια ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα, ενώ παρών ήταν και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Νίκος Ανδρουλάκης.

«Από τις πρώτες ημέρες, όλοι οι συγγενείς των θυμάτων ήρθαμε αντιμέτωποι με τις οργανωμένες προσπάθειες συγκάλυψης του εγκλήματος και καταλάβαμε ότι πρέπει να δώσουμε μία μάχη για να αποδοθεί δικαιοσύνη», είπε, με δάκρυα στα μάτια, ο κ. Ελευθεριάδης. Με εξαιρετικά συγκροτημένο λόγο ανέλυσε βήμα βήμα όλα τα γεγονότα της τελευταίας διετίας. «Είναι ντροπή να προχωρά η υπόθεση με δικές μας έρευνες. Μιλάμε λοιπόν για δύο εγκλήματα: το πρώτο είναι η δολοφονία των συγγενών μας και ένα δεύτερο είναι η προσπάθεια συγκάλυψής της» σημείωσε.

Διπλή «προδοσία»

Oι ομιλητές επισήμαναν πως η θεσμική συγκάλυψη των Τεμπών συνέβη αφού είχαν προηγηθεί και άλλα γεγονότα που λειτούργησαν σωρευτικά: η υπόθεση των υποκλοπών, το εγκληματικό ναυάγιο στην Πύλο, τα μέτρα που ελήφθησαν κατά την περίοδο του Covid κ.ά. Ομως τα Τέμπη ήταν κάτι διαφορετικό καθώς όλοι μπόρεσαν να ταυτιστούν με τις οικογένειες των θυμάτων.

Οπως εξήγησε η Νάνσυ Παπαθανασίου, στα Tέμπη «υπάρχει μια διπλή “προδοσία”. Η πρώτη είναι ότι το κράτος δεν φροντίζει για την ασφάλειά μας. Αλλά όσα έγιναν μετά φέρνουν τη συνειδητοποίηση ότι πράγματα τα οποία τα ξέραμε ότι μπορεί να κάνει αυτή η κυβέρνηση ξαφνικά αφορούν δυνάμει κάθε ένα άτομο που είναι πολίτης σε αυτή τη χώρα. Και αυτό είναι ένα πάρα πολύ βαθύ συνεχιζόμενο τραύμα. Εχουμε μια εκτελεστική εξουσία που φαίνεται ανάλγητη σε διαφορετικά επίπεδα. Από το πριν, που ήξερε τις ελλείψεις και δεν έκανε κάτι να τις διορθώσει, αλλά και στο μετά. Είναι ανάλγητη απέναντι στις οικογένειες και σε κάθε πολίτη σε αυτή τη χώρα. Είναι ανάλγητη απέναντι στο πένθος, απέναντι στη δικαιοσύνη και τελικά απέναντι στην ίδια τη δημοκρατία».

Στα Τέμπη ήταν οι οικογένειες που κίνησαν το θέμα. Η Παπαθανασίου αναρωτήθηκε «Τι θα γινόταν εάν δεν υπήρχαν αυτές οι οικογένειες; Τι γίνεται για τους ανθρώπους που δεν έχουν οικογένειες; Ολο αυτό που ονομάζουμε κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς σημαίνει ότι σταδιακά αισθανόμαστε μόνοι μας σε μία κοινωνία θηρίων, όπου κανένας δεν θα μας υπερασπιστεί. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο μιας δημοκρατικής κοινωνίας και μιας πολιτείας που θα μπορέσει να μας υπερασπιστεί αν μας συμβεί κάτι άδικο. Αυτό είναι η κατάρρευση των θεσμών. Αυτό οδηγεί σε αυτοδικίες. Αυτό οδηγεί σε απελπισία. […] Αλλά και η επίθεση εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας στις οικογένειες των θυμάτων είναι μια επίθεση που γίνεται απέναντι σε ολόκληρη την κοινωνία».

Ο Ξενοφών Κοντιάδης σημειώσε ότι πρέπει «Να δούμε πώς επικάθεται το έγκλημα των Τεμπών πάνω σε παθογένειες από καθυστερήσεις στη Δικαιοσύνη μέχρι το σκαλοπάτι πριν από την έκρηξη στα Τέμπη, τις υποκλοπές», εξηγώντας πως αυτό που εμφανίζεται ως επιτελικό κράτος είναι τελικά το «βαθύ κράτος που περιβάλλεται από τόσες θεσμικές ασυλίες που διαμορφώνουν μια μονοκρατορία του εκάστοτε πρωθυπουργού».

Η οργή είναι συνήθως ένα εφήμερο συναίσθημα. Ομως η προσπάθεια συγκάλυψης της κυβέρνησης φούντωσε αυτήν την οργή. Εδώ και δύο χρόνια τα συναισθήματα δεν καταλαγιάζουν (Δ.Παπανικολόπουλος, ερευνητής των κοινωνικών κινημάτων)

Ο Δημήτρης Παπανικολόπουλος, ερευνητής των κοινωνικών κινημάτων, μίλησε για το ηθικό σοκ που δημιουργείται αρχικά στην κοινωνία όταν πεθαίνουν 57 άνθρωποι άδικα και η πρώτη αντίδραση είναι ότι αυτό το συμβάν δεν πρέπει να κανονικοποιηθεί. «Στην πορεία όμως η κοινωνία άρχισε να νιώθει μία απειλή ότι αυτό το πράγμα μπορεί να συμβεί ξανά. […] Η οργή είναι συνήθως ένα εφήμερο συναίσθημα. Ομως η προσπάθεια συγκάλυψης της κυβέρνησης φούντωσε αυτήν την οργή. Εδώ και δύο χρόνια τα συναισθήματα δεν καταλαγιάζουν. Η κυβέρνηση έπεσε στο λάθος να χρησιμοποιήσει αυτό που λέμε ήπια ιδεολογική καταστολή (soft repression). Προσπάθησε να δολοφονήσει χαρακτήρες, να συγκαλύψει, να ποδηγετήσει τη συζήτηση και τα μίντια και τους πάντες, προκειμένου να μην αποκαλυφθεί. Αυτό εξόργισε ακόμα περισσότερο. […] Η καρδιά της δημοκρατίας είναι τα κοινωνικά κινήματα, τα οποία είναι ο μοναδικός εγγυητής της δημοκρατίας. Τον εκδημοκρατισμό τον φέρνουν οι λαϊκοί αγώνες», τόνισε.

Και τι θα κάνουμε όμως τώρα με το ανοιχτό κοινωνικό τραύμα των Τεμπών; Το πένθος, λένε οι ψυχολόγοι, σταματάει και τον χρόνο, μας αφαιρεί τη δυνατότητα να δούμε το μετά. «Νιώθουμε ότι ποτέ δεν θα μπορέσουμε να βγούμε από αυτό. Το θέμα είναι να μπορέσουμε να φανταστούμε ένα μετά που να είναι δικαιότερο και δημοκρατικότερο. Και εδώ είναι το έλλειμμα των προοδευτικών δυνάμεων, γιατί καμία προοδευτική δύναμη αυτό το όραμα δεν έχει μπορέσει να το δώσει. Αυτή τη στιγμή το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να διαδηλώσουμε. Αυτή είναι η διαχείριση του πένθους. Να ζητήσουμε κάτι καλύτερο. Να θυμηθούμε και να φανταστούμε ότι αξίζουμε κάτι περισσότερο ως κοινωνία», σημείωσε η Νάνσυ Παπαθανασίου.

Το πένθος είναι αίτημα

Το έγραψε εξαιρετικά και ο Δημήτρης Παπανικολάου, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, στο «Βήμα» (25/2/2025): «Και αν οι συγγενείς των θυμάτων στα Τέμπη μας θυμίζουν τις μορφές της Μάγδας Φύσσα, της Ελένης Κωστοπούλου ή του Γιάννη Μάγγου, υπάρχει λόγος που μας τα θυμίζουν. Το πένθος δεν έχει μόνο μνήμη, συναίσθημα, υπερβολή, πόνο και έκρηξη. Εχει επιμονή, εγρήγορση, παράλογο θάρρος, ευρηματικότητα, μέθοδο και αλληλεγγύη. Το πένθος δεν ανήκει μόνο στο θυμικό, το πένθος είναι αίτημα. Το να το μετράς μόνο ως συναισθηματική αντίδραση ενέχει τον κίνδυνο να μην καταλάβεις τις πολιτικές διαδικασίες που διανοίγει σε μακρό χρόνο. […] Χαρακτηριστικό του πένθους δεν είναι ότι ξέρει να νικά· είναι ότι ξέρει να συνεχίζει».