Στις 17 και 18 Μαρτίου, στη Γενεύη, θα πραγματοποιηθεί η διευρυμένη συνάντηση για το Κυπριακό με τη συμμετοχή των τριών εγγυητριών δυνάμεων (Ελλάδας, Τουρκίας και Ηνωμένου Βασιλείου) καθώς και της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής πλευράς. Αυτή η συνάντηση έρχεται μετά από μήνες από την τριμερή συνάντηση στη Νέα Υόρκη τον Οκτώβριο και αποτελεί μια σημαντική προσπάθεια για την επανέναρξη των συνομιλιών που έχουν διακοπεί από το 2017.
Συνεπώς ένα από τα βασικά ερωτήματα που προκύπτουν είναι εάν θα αποφασιστεί στην πενταμερή να εκκινήσουν οι συνομιλίες από εκεί που διακόπηκαν. Εξάλλου η κυπριακή πλευρά επιμένει ότι οι διαπραγματεύσεις για την επίλυση του Κυπριακού πρέπει να επανεκκινήσουν από το σημείο που σταμάτησαν στο Κραν Μοντανά. Αυτή η θέση βασίζεται στο πλαίσιο Γκουτέρες, το οποίο αποτελεί ένα προχωρημένο πλάνο που καταγράφει συγκλίσεις και ανοιχτά ζητήματα προς επίλυση.
Η τελευταία μεγάλη προσπάθεια για επίλυση του Κυπριακού ήταν οι συνομιλίες που διεξήχθησαν στο ελβετικό θέρετρο Κραν Μοντανά το 2017, οι οποίες ναυάγησαν κυρίως λόγω των διαφωνιών για τις εγγυήσεις και τη διατήρηση του στρατού από την Τουρκία. Από τότε το ζήτημα έχει παραμείνει σε αδιέξοδο, με τις δύο πλευρές να έχουν διαφορετικές απόψεις για τη μορφή της λύσης. Η ελληνοκυπριακή πλευρά επιμένει σε μια διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, ενώ η τουρκοκυπριακή πλευρά προτείνει λύση δύο κρατών, παρότι στο παρελθόν συζητούσαν και την προοπτική της διζωνικής/δικοινοτικής. Αυτή η αλλαγή ενισχύθηκε μετά τις αποτυχημένες συνομιλίες στο Κραν Μοντανά το 2017, όπου οι Τούρκοι ανησυχούσαν ότι μια ομοσπονδιακή λύση θα οδηγούσε τους Τουρκοκύπριους σε μειονότητα.
Στις 6 Ιουλίου 2017 πραγματοποιήθηκε ένα κρίσιμο δείπνο, στο οποίο ο Γκουτέρες προσπάθησε να παρουσιάσει ένα πλαίσιο στρατηγικής συμφωνίας. Το δείπνο κατέληξε σε πλήρη αποτυχία. Ο Νίκος Αναστασιάδης, τότε πρόεδρος της Κύπρου, ανέφερε ότι η Τουρκία δεν ήταν διατεθειμένη να καταθέσει γραπτές προτάσεις για τις εγγυήσεις, ενώ ο ίδιος δεν αποδέχτηκε τον προτεινόμενο μηχανισμό παρακολούθησης της εφαρμογής της λύσης διατηρώντας επιφυλάξεις. Το τελευταίο γεγονός οδήγησε σε σφοδρές επικρίσεις εναντίον του σε Ελλάδα και Κύπρο, καθώς θεωρήθηκε από κάποιους αναλυτές πως με αυτόν τον τρόπο δεν διευκόλυνε τον γ.γ. του ΟΗΕ να καταθέσει το σχέδιο στρατηγικής συμφωνίας που είχε καταρτίσει.
Η ελληνική και κυπριακή διπλωματία είχε αποδώσει τότε την αποτυχία των διαπραγματεύσεων κυρίως στην άκαμπτη στάση της Τουρκίας. Σύμφωνα με πληροφορίες, η Τουρκία αρνήθηκε να καταργήσει τις εγγυήσεις και να αποσύρει τα στρατεύματά της, ενώ ζητούσε τη διατήρηση του δικαιώματος μονομερούς στρατιωτικής επέμβασης. Επιπλέον η Τουρκία επέμενε σε μια πολιτική ισότητα που θα έδινε στους Τουρκοκύπριους σημαντική επιρροή στη λήψη αποφάσεων, κάτι που θεωρήθηκε απαράδεκτο από την ελληνοκυπριακή πλευρά.
Τέλος, ας σημειωθεί πως σύμφωνα με διπλωματικές πηγές η ελληνική πλευρά παραμένει συγκρατημένα αισιόδοξη ως προς την ουσιαστική πρόοδο των διαπραγματεύσεων, καθώς η παρατεταμένη τουρκική ρητορική περί λύσης δύο κρατών δεν αφήνει πολλά περιθώρια για την επίτευξη συμφωνίας. Παρά ταύτα η Ελλάδα, μαζί με την Κύπρο, θα συνεχίσει να εργάζεται για την επίτευξη μιας λύσης που θα είναι συμβατή με τα διεθνή ψηφίσματα του ΟΗΕ.
