Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μετά από σχεδόν τρία χρόνια πολέμου στην Ουκρανία, φαίνεται πως πλησιάζει η ώρα ενός συμβιβασμού για τον τερματισμό του, καθώς από τη μία η Ρωσία κερδίζει συνεχώς έδαφος, και από την άλλη ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ υιοθετεί μια άλλη τακτική από τον προκάτοχό του. Στο πλαίσιο της «κοινής λογικής» φαίνεται ότι τα βρήκαν Τραμπ και Πούτιν, με τον πρώτο να ανακοινώνει χθες πως οι δυο τους συμφώνησαν να ξεκινήσουν άμεσα οι διαπραγματεύσεις για να μπει ένα τέλος στην τρίχρονη αιματοχυσία.

«Θα έρθει εδώ, θα πάω εκεί, και θα ιδωθούμε πιθανόν στη Σαουδική Αραβία την πρώτη φορά», είπε ο Τραμπ σε δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο, χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένη ημερομηνία, υποστηρίζοντας επίσης πως θα κηρυχθεί κατάπαυση του πυρός στην Ουκρανία στο «όχι στο πολύ μακρινό μέλλον».

Ο Τραμπ έκρινε επίσης ότι η ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, την οποία ζητεί το Κίεβο, αλλά είναι κόκκινη γραμμή για τη Μόσχα, δεν θα ήταν «ρεαλιστική». Είπε επίσης ότι «κάποια στιγμή πρέπει να γίνουν εκλογές» στην Ουκρανία.

Από την πλευρά του, ο Πούτιν είπε στον Τραμπ ότι επιθυμεί την εξεύρεση «μακροπρόθεσμης λύσης» στη σύγκρουση στην Ουκρανία μέσω «ειρηνευτικών συνομιλιών», ανακοίνωσε το Κρεμλίνο σχετικά με την τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ των δύο ηγετών που διήρκεσε σχεδόν μιάμιση ώρα.

Ακολούθως, ο πρόεδρος των ΗΠΑ ενημέρωσε τον ουκρανό ομόλογό του Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Το γεγονός ότι ο Τραμπ επικοινώνησε πρώτα με τον Πούτιν και μετά με τον Ζελένσκι, όπως και ο τόνος του, είναι ενδείξεις ρήξης με την πολιτική που ακολουθούσε ο προκάτοχός του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, σημειώνει το Γαλλικό Πρακτορείο.

«Η συζήτηση πήγε πολύ καλά. (Ο Ζελένσκι), όπως και ο πρόεδρος Πούτιν, θέλει ειρήνη», έγραψε ο Τραμπ, συμπληρώνοντας ότι ο Ουκρανός πρόεδρος θα συναντηθεί αύριο Παρασκευή στο Μόναχο της Γερμανίας με τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς και με τον επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας Μάρκο Ρούμπιο.

Από την πλευρά του, ο Ουκρανός πρόεδρος ανέφερε ότι συζήτησε «εκτενώς» με τον ομόλογό του Τραμπ για «τις πιθανότητες επίτευξης ειρήνης».

«Η Ρωσία δεν θα ηττηθεί ποτέ»

Ο αντιπρόεδρος του ρωσικού Συμβουλίου Ασφαλείας Ντμίτρι Μεντβέντεφ δήλωσε σήμερα ότι η τηλεφωνική επικοινωνία Πούτιν – Τραμπ δείχνει ότι οι όποιες δυτικές προσδοκίες να ηττηθεί η Ρωσία δεν θα επιτευχθούν ποτέ.

«Δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει μια κυρίαρχη χώρα και ένας ανώτερος ηγέτης του πλανήτη. Αυτό το μάθημα πρέπει να το πάρουν οι αλαζονικές αμερικανικές ελίτ. Είναι αδύνατο να μας γονατίσουν. Και όσο νωρίτερα το καταλάβουν αυτό οι αντίπαλοί μας, τόσο το καλύτερο», δήλωσε ο Μεντβέντεφ.

Οι αντιδράσεις της Ευρώπης

Από τις Βρυξέλλες, όπου συμμετείχε σε συνεδρίαση ομολόγων του στο ΝΑΤΟ, ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ είχε ήδη αναφερθεί στα σχέδια της Ουάσινγκτον. Ο Πιτ Χέγκσεθ έκρινε πως δεν είναι ρεαλιστική η προοπτική επιστροφής στα σύνορα της Ουκρανίας πριν από το 2014, δηλαδή την χερσόνησο της Κριμαίας να ανήκει στην ουκρανική επικράτεια. Οι ευρωπαϊκές χώρες πρέπει να συνεισφέρουν μελλοντικά το μεγαλύτερο μερίδιο της βοήθειας προς την Ουκρανία, συμπλήρωσε, σημειώνοντας πως ενδεχόμενη ανάπτυξη ειρηνευτικής στρατιωτικής δύναμης δεν θα μπορούσε να γίνει υπό την αιγίδα του ΝΑΤΟ.

Κατά τη διάρκεια συνάντησής τους στο Παρίσι, οι υπουργοί Εξωτερικών της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ισπανίας τόνισαν για ακόμη μια φορά ότι καμία απόφαση για την Ουκρανία δεν πρέπει να ληφθεί «χωρίς το Κίεβο» και χωρίς συμμετοχή των Ευρωπαίων. «Γιατί η κυβέρνηση Τραμπ κάνει δώρα στον Πούτιν –ουκρανικά εδάφη και “όχι” στην ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ– προτού ακόμη ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις;», διερωτήθηκε έκπληκτος μέσω Χ ο Μάικλ ΜακΦολ, πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Ρωσία (2012-2014).

Δεν υπήρξε κανένα άμεσο σχόλιο από την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Φον Ντερ Λάιεν. Η επικεφαλής διπλωμάτης του μπλοκ, Κάγια Κάλλας, ανάρτησε αργότερα στο X ότι «σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση, η Ευρώπη πρέπει να έχει κεντρικό ρόλο», προσθέτοντας: «Η ανεξαρτησία και η εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας είναι άνευ όρων. Προτεραιότητά μας πρέπει τώρα να είναι η ενίσχυση της Ουκρανίας και η παροχή ισχυρών εγγυήσεων ασφαλείας».

Μερικοί από τους συμμάχους της Ουκρανίας σε άλλα μέρη της Ευρώπης ήταν πιο ειλικρινείς στην απόρριψη της προσέγγισης του Τραμπ, ειδικά της απόφασής του να καταστρώσει ένα ειρηνευτικό σχέδιο απευθείας με τον Πούτιν, και προφανώς να εμπλέξει μόνο τον ηγέτη της Ουκρανίας εκ των υστέρων. «Πάντα υπογραμμίζαμε ότι… δεν θα ληφθεί απόφαση για την Ουκρανία χωρίς την Ουκρανία», δήλωσε στους δημοσιογράφους η Γερμανίδα υπουργός Εξωτερικών Ανναλένα Μπάερμποκ. «Η ειρήνη μπορεί να επιτευχθεί μόνο συλλογικά. Και αυτό σημαίνει: με την Ουκρανία και με τους Ευρωπαίους».

Μιλώντας στο POLITICO, ο υπουργός Εξωτερικών της Λετονίας Μπαίμπα Μπράζε είπε: «Η ουκρανική υπηρεσία σε οποιεσδήποτε ειρηνευτικές συνομιλίες είναι ζωτικής σημασίας».

Ο υπουργός Εξωτερικών της Πολωνίας Ράντοσλαβ Σικόρσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία χρειάζεται περισσότερη στρατιωτική υποστήριξη πριν ξεκινήσει συνομιλίες με τον Πούτιν. «Η Πολωνία θα επιδιώξει αταλάντευτα εντατική στρατιωτική υποστήριξη για την Ουκρανία», είπε. «Η ενίσχυση των δυνατοτήτων της Ουκρανίας πριν από πιθανές συζητήσεις με τη Ρωσία είναι ζωτικής σημασίας για την ήπειρό μας».

Η Γαλλία βρισκόταν επίσης σε αντίθεση με την αμερικανική θέση, επιμένοντας ότι η Ουκρανία πρέπει να παραμείνει σε έναν δρόμο για την ένταξη στο ΝΑΤΟ. Νωρίτερα, ο Χέγκσεθ είχε ουσιαστικά αποκλείσει κάτι τέτοιο, τουλάχιστον ως μέρος οποιασδήποτε εγγύησης ασφάλειας που συνοδεύει μια ειρηνευτική συμφωνία. Απέκλεισε επίσης τη συμμετοχή αμερικανικών στρατευμάτων σε οποιαδήποτε ειρηνευτική αποστολή και είπε ότι το ΝΑΤΟ ως οργανισμός δεν πρέπει να εμπλακεί.

«Είμαστε πολύ προσκολλημένοι σε μια πορεία της Ουκρανίας προς το ΝΑΤΟ. Εάν υπάρχει ειρήνη, χρειαζόμαστε εγγυήσεις ασφαλείας, ώστε να είναι δίκαιη και διαρκής», δήλωσε ο Ζαν-Νοέλ Μπαρό, υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας. «Είναι η ευρωπαϊκή ασφάλεια που διακυβεύεται με αυτόν τον επιθετικό πόλεμο – που έχει αναστατώσει την παγκόσμια τάξη και σημαίνει ότι δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στον κόσμο πριν από την εισβολή».

Βρετανοί αξιωματούχοι δήλωσαν ότι συμφώνησαν ότι η Ευρώπη πρέπει να κάνει περισσότερα. «Σας ακούμε», είπε ο υπουργός Άμυνας του Ηνωμένου Βασιλείου, Τζον Χίλι, απαντώντας στα σχόλια του Χέγκσεθ.