Συνεχίζοντας τις παρουσιάσεις, ανά την επικράτεια, του βιβλίου τους, «Ιστόρηση 50 χρόνων. Από τα κέντρα λήψης αποφάσεων ΠΑΣΟΚ – ΣΥΡΙΖΑ» (Εκδόσεις Λιβάνη), οι Αντώνης Κοτσακάς και Χάρης Τσιόκας επέλεξαν τα Ιωάννινα ως τελευταίο σταθμό, την Παρασκευή που μας πέρασε. Για την παρουσίαση επελέγη ένας πολυχώρος του Δήμου Ιωαννιτών και οι διοργανωτές ήταν μάλλον αρκετά αισιόδοξοι για την προσέλευση, όταν τον επέλεγαν…
Εντούτοις, η προσέλευση αποδείχθηκε τέτοια, που θα τη ζήλευε και μια αντίστοιχη εκδήλωση στην Αθήνα. Το περιεχόμενο του βιβλίου έφερε πολλά ρεύματα του προοδευτικού τόξου στην παρουσίαση, όπως διαπιστώθηκε, άλλωστε, και από τις παρουσίες. Ενδιαφέρουσα ήταν και η σύνθεση του ακροατηρίου: πανεπιστημιακοί, στελέχη αυτοδιοίκησης (που είχαν να επιδείξουν και συνεργασίες μεταξύ όμορων χώρων), εκπρόσωποι παραγωγικών – κοινωνικών φορέων, μάχιμοι συνδικαλιστές, φοιτητές -όλοι ήταν εκεί.
Για το βιβλίο μίλησαν, δε, ο πρώην πρύτανης Τριαντάφυλλος Αλμπάνης, το στέλεχος του ΠΑΣΟΚ Βασίλης Ιωάννου, από τον ΣΥΡΙΖΑ ο Διονύσης Τεμπονέρας, ο υποψήφιος ευρωβουλευτής της Νέας Αριστεράς, Φιλήμων Καραμήτσος, και φυσικά οι δύο συγγραφείς (την εκδήλωση συντόνισε ο αυτοδιοικητικός Γιώργος Ζάψας). Ομως, υπήρχαν και μηνύματα με το δικό τους ενδιαφέρον, όπως από την αντιπρόεδρο της Βουλής, Ολγα Γεροβασίλη, τη βουλεύτρια της Νέας Αριστεράς, Μερόπη Τζούφη, τον δήμαρχο Ιωαννιτών, Θωμά Μπέγκα (που είναι του κλίματος Χάρη Δούκα), κ.ά. αυτοδιοικητικούς. Η επόμενη παρουσίαση του βιβλίου έχει προγραμματισθεί στην Πάτρα, στις 15 Μαρτίου.
Σ. Φάμελλος: Η μεγάλη συμμαχία
Την ώρα που στελέχη από το ΠΑΣΟΚ, τον ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. και τη Νέα Αριστερά βρίσκονταν στο ίδιο τραπέζι, με αφορμή ένα βιβλίο, την ίδια ώρα (για την ακρίβεια, την επόμενη ημέρα), οι πρόεδροι του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς είχαν έναν ιδιότυπο «διάλογο», ο καθένας από την Κεντρική Επιτροπή του κόμματός του.
Και, πρώτα, ο Σωκράτης Φάμελλος περιέγραψε τη «στρατηγική επιδίωξη για μια μεγάλη, λαϊκή, κοινωνική και πολιτική συμμαχία, δημοκρατική και προοδευτική, που θα αμφισβητήσει το καθεστώς Μητσοτάκη, ο οποίος δεν είναι πλέον παντοδύναμος. Μία συμμαχία που θα ανοίξει τον δρόμο της δημοκρατικής και κοινωνικής αναγέννησης της πατρίδας μας».
Καθώς, δε, η Κ.Ε. ξεκίνησε αμέσως μετά την πρώτη ψηφοφορία για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. είπε πως «καταθέτει ξανά από το βήμα της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. την πρόταση και στο ΠΑΣΟΚ και στους υπόλοιπους ανεξάρτητους και, γενικά, στους προοδευτικούς βουλευτές και βουλευτές, να στείλουμε στην επόμενη ψηφοφορία το μήνυμα της προοδευτικής αντεπίθεσης στον κ. Μητσοτάκη και στα σχέδιά του. Αυτό οφείλουμε να κάνουμε απέναντι στην ελληνική κοινωνία», ζήτησε.
Επισημαίνοντας πως δεν αρκεί η δραστηριοποίηση των 11.000 νέων μελών που προσήλθαν στις εκλογές του Νοεμβρίου, δήλωσε πως «χρειαζόμαστε πολύ περισσότερες δυνάμεις. Γι’ αυτό και χρειαζόμαστε και όλους και όλες που διαφώνησαν, που διέρρηξαν τις σχέσεις τους με εμάς, που αποτραβήχτηκαν. Τους οποίους καλούμε να επιστρέψουν».
Το κατά Χαρίτση Λαϊκό Μέτωπο
Ο Αλέξης Χαρίτσης, από την πλευρά του, επικαλέστηκε έναν διάλογο που είχε με πολίτη, κατά τη διάρκεια της πρόσφατης περιοδείας του στη Δυτική Μακεδονία: «Ενας συνδικαλιστής της ΔΕΗ, κάποια στιγμή, γύρισε και μου είπε κάτι απλό: “Καλά μας τα λέτε, εγώ μπορεί και να συμφωνώ μαζί σας, αλλά εσείς μπορείτε να αλλάξετε τη ζωή μου;”. Το αίτημα αυτού του ανθρώπου -να αλλάξει η ζωή του- συνδέεται με κάτι πολύ σημαντικό. Την απαίτηση η Αριστερά να έχει τη δύναμη για χειροπιαστές αλλαγές στο σήμερα. Και αυτόν τον κύκλο τον εγκαινίασε το 2015», σημείωσε με έμφαση ο πρόεδρος της Νέας Αριστεράς.
Και επιμένοντας στην πρόταση του κόμματός του για τη συγκρότηση Λαϊκού Μετώπου -που αποτελεί, άλλωστε, συνεδριακή απόφαση- εξειδίκευσε:
«Πρώτον: το Λαϊκό Μέτωπο δεν είναι κάτι στατικό. Είναι μια δυναμική διαδικασία. Με πολλές στροφές, πισωγυρίσματα, τακτικά ερωτήματα και αμφιβολίες. Εκπροσωπεί μια λογική ενότητας της Αριστεράς, δομημένη πάνω στην αίσθηση του κατεπείγοντος και στην αναγκαιότητα ανατροπής ενός αρνητικού συσχετισμού δυνάμεων. Για να το πω απλά: η υποψηφιότητα Ράμμου ήταν στη λογική του Λαϊκού Μετώπου. Ακυρώθηκε με ευθύνη ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό δεν αναιρεί την αξία της. Το αντίθετο.
Δεύτερον: το Λαϊκό Μέτωπο δεν έχει προνομιακούς αποδέκτες. Είναι μια λάθος αντίληψη, που υπαγορεύεται συχνά από τη δημοσιογραφική κουλτούρα και τη συνολική απουσία κουλτούρας διαλόγου μεταξύ των κομμάτων στην Ελλάδα. Δεν φτιάχνουμε Λαϊκό Μέτωπο με αυτούς που συμφωνούμε. Με αυτούς φτιάχνουμε κόμμα. Λαϊκό Μέτωπο συγκροτούμε με εκείνες τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που αναγνωρίζουν την ανάγκη του, δεν έχουν το άγχος της περιχαράκωσης και θέλουν να συζητήσουν προγραμματικά. Είναι μια ανοιχτή πρόσκληση. Για να το πω όπως το αισθάνομαι: στην ερώτηση “θα μιλούσατε με το Χ ή το Ψ κόμμα”, η απάντηση είναι “θα μιλήσουμε με όποιον ενδιαφέρεται να συνομιλήσει”. Τελεία.
Τρίτον: το Λαϊκό Μέτωπο δεν είναι “από τα πάνω” ή “από τα κάτω”. Αυτό είναι ένα σχηματικό ψευτοδίλημμα. Λαϊκό Μέτωπο μόνο των πολιτικών κομμάτων είναι -ειδικά σε αυτήν τη συνθήκη- κοινωνικά αδιάφορο. Για να είναι μια πρόταση που εμπνέει, θα πρέπει να διαπερνά και τα δύο επίπεδα.
Τέταρτον: το Λαϊκό Μέτωπο απαιτεί ισχυρή Αριστερά. Και διαλεκτικά θα έλεγα ότι είναι και ο χώρος ενίσχυσης της Αριστεράς -ειδικά σήμερα. Χωρίς εμάς δεν γίνεται.
Πέμπτον: δεν θέλουμε Λαϊκό Μέτωπο για μια άνευρη σούπα. Θέλουμε Λαϊκό Μέτωπο, για να υπάρχει χειροπιαστή πρόταση απάντησης στη Δεξιά και στην Ακροδεξιά. Με προγραμματικές αιχμές, ριζοσπαστικές προτάσεις που προωθούν την ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων. Το Λαϊκό Μέτωπο δεν είναι δύναμη διαμαρτυρίας. Είναι δύναμη ανατροπής».
Κλείνοντας, ο Αλ. Χαρίτσης ζήτησε από τα μέλη της Κ.Ε. να ληφθούν «αποφάσεις που θα λαμβάνουν υπόψη τους ότι μπορεί ο πολιτικός χρόνος να επιταχυνθεί απότομα. Αποφάσεις, τέλος, που θα απαντάνε στον φίλο από τη Φλώρινα για το πώς μπορεί να αλλάξει η ζωή του στο σήμερα».
Παρά ταύτα, ο δρόμος δεν είναι στρωμένος με ρόδα και, όπως αναγνώρισε στη συνέχεια, το ΠΑΣΟΚ «δεν ακολουθεί τον δρόμο της ισπανικής σοσιαλδημοκρατίας, με τη θαρραλέα στάση απέναντι στον φασίστα Μασκ και τα ριζοσπαστικά μέτρα για τη στέγη ή τα έμφυλα δικαιώματα». Επίσης, ο ΣΥΡΙΖΑ «δεν μιλά ξεκάθαρα, που μένει εγκλωβισμένος σε προσωπικές στρατηγικές, που αποπνέει καθεστωτικό παραγοντισμό και αμφιταλαντεύεται αν ανήκει στην Αριστερά ή στην Κεντροαριστερά». Ενώ το ΚΚΕ -αλλά και «ένα μικρό ΚΚΕ, το ΜέΡΑ25»- κινούνται «με όρους κομματικής περιχαράκωσης, που βλέπουν στην υπόλοιπη Αριστερά τον βασικό τους αντίπαλο, που δεν μιλούν για την ανάγκη ανασύνθεσης του χώρου μας». Ενώ, τέλος, υπάρχουν «προσωποπαγή κόμματα που ασκούν τη βολική αντιπολίτευση της εύκολης καταγγελίας, από την οποία απουσιάζει η πρόταση για το μέλλον της χώρας».
Γι’ αυτό και -συμπέρανε- η κυβέρνηση, μολονότι δεν είναι δημοφιλής, «είναι προς το παρόν κυρίαρχη -και ο λόγος είναι απλός. Παίζει ακόμα μόνη της».
