Η κυβέρνηση και τα –πολλά πρόθυμα– «παπαγαλάκια» της επιχείρησαν μέσα στο κλίμα εορταστικής χαλάρωσης και ευφορίας να εδραιώσουν την εντύπωση ότι η Ελλάδα είναι η απόλυτη ιστορία επιτυχίας του κόσμου γενικώς και της Ε.Ε. ειδικώς. Ολα πάνε πρίμα:
Οι επενδυτικοί οίκοι μάς αναβαθμίζουν, η Κομισιόν καταγράφει το αναπτυξιακό ρεκόρ μας, το Χρηματιστήριο Αθηνών συγκαταλέγεται στους πρωταθλητές του 2024, οι δείκτες των αγορών πάνε περίφημα. Αυτά όλα μπροστά από τις γραμμές των τίτλων. Πίσω από αυτές, στις υποσημειώσεις, τις παρατηρήσεις και τις υποδείξεις, υπάρχει ένας άλλος κόσμος, πολύ μακριά από την κυβερνητική προπαγάνδα για το διεθνές ελληνικό success story.
Μπορεί πράγματι την τελευταία πενταετία, αυτή της διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, να πέρασε πολύ χρήμα από την Ελλάδα, για να πάρει μέρος στη «μεγάλη αρπαχτή» των ιδιωτικοποιήσεων, των απευθείας αναθέσεων, της άντλησης υπεραξιών από το καζίνο της αγοράς ακινήτων.
Αλλά τι άφησε στην ελληνική οικονομία και ποιους ευνόησε; Παρότι είναι αδύνατο να υποκαταστήσουμε εμείς, με τα ρεπορτάζ και την αρθρογραφία μας, την πραγματικότητα που βιώνουν εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά, έχει σημασία να υπογραμμίσουμε ότι και τα στοιχεία της Κομισιόν και της Eurostat εξευτελίζουν τη φτηνή κυβερνητική προπαγάνδα.
Η Ελλάδα είναι στον πάτο της Ε.Ε. ως προς την αγοραστική δύναμη των μισθών των εργαζομένων. Είναι στην κορυφή ως προς το ποσοστό του πληθυσμού σε κίνδυνο φτώχειας και αποκλεισμού. Είναι στον πάτο ως προς την πρόσβαση σε ποιοτικές ιατρικές υπηρεσίες. Είναι στην κορυφή ως προς το κόστος στέγασης και τις τιμές ρεύματος. Είναι στον πάτο ως προς την ποιότητα και το εύρος προστασίας των πιο ευάλωτων.
Το κυριότερο όλων: ακόμη κι αν, σύμφωνα με την κυνική νεοφιλελεύθερη λογική, η κατάρρευση των κοινωνικών δεικτών και η όλο και μεγαλύτερη απόκλιση της Ελλάδας από τους μέσους όρους της Ε.Ε. είναι το σκληρό τίμημα για να χτιστεί μια στέρεη παραγωγική συσσώρευση για την αναπτυξιακή απογείωση της χώρας στο εγγύς μέλλον, τα στοιχεία δείχνουν ότι στην πενταετία Μητσοτάκη έγινε ακριβώς το αντίθετο: η παραγωγική βάση της χώρας συρρικνώθηκε, έγινε φτωχότερη. Τα ξένα κεφάλαια, που υποτίθεται πως είδαν μεγάλες ευκαιρίες στην Ελλάδα, πέρασαν και δεν κόλλησαν. Ή απλώς άφησαν πίσω τους συντρίμμια.
