Το ενδιαφέρον να τη δουν αλλά και ο διάλογος που προκάλεσε η ταινία για τον Στέλιο Καζαντζίδη, αν μη τι άλλο, φανερώνει όχι μόνο το μέγεθος του καλλιτέχνη αλλά και ένα μεγάλο κενό στον πολιτισμό μας. Το κενό αυτό λέγεται λαϊκό τραγούδι ως συνέχεια του δημοτικού, του σμυρναίικου και του ρεμπέτικου. Ως σύνθεση ήχου και λόγου που έρχεται από πολύ μακριά αλλά, το κυριότερο, βγαίνει από τα βάθη της λαϊκής ψυχής.
Το λαϊκό τραγούδι είναι η έκφραση του ψυχισμού και των βιωμάτων που δημιουργούν κάθε φορά αυτόν τον ψυχισμό των απλών-λαϊκών ανθρώπων. Δεν φτιάχνεται στα σαλόνια και στην καλοπέραση, δεν χρειάζεται πακτωλό χρημάτων ως αντάλλαγμα ή ως στόχευση για να δημιουργηθεί, δεν γίνεται κατά παραγγελία και επ’ αμοιβή.
Οι λαϊκοί καλλιτέχνες δημιουργούσαν όταν αισθάνονταν την ανάγκη κι όταν είχαν την ανάλογη συναισθηματική φόρτιση που τους ωθούσε στον συγκεκριμένο τρόπο έκφρασης και εκτόνωσης καθώς τίποτε άλλο δεν ήταν δυνατό να βγάλει προς τα έξω αυτό που είχαν συσσωρεύσει μέσα τους.
Οι λαϊκοί τραγουδιστές μπορούσαν να αποδώσουν μοναδικά μια λαϊκή δημιουργία γιατί ήταν από την ίδια πάστα, είχαν τα ίδια βιώματα, βρίσκονταν στην ίδια κοινωνική θέση. Κατά συνέπεια αν ο Καζαντζίδης δεν είχε τα βιώματα που ξέρουμε, δεν θα μπορούσε ποτέ να εκφράσει αυτό που εξέφρασε. Απλά θα ήταν ένας πολύ καλός τραγουδιστής.
Το ίδιο συμβαίνει και με έναν καλό συνθέτη ή στιχουργό. Μπορούν να γράψουν μια ωραία μουσική ή ωραίους στίχους αλλά ποτέ δεν μπορούν να εκφράσουν κάτι που τους είναι άγνωστο.
Τίθεται ένα καίριο ερώτημα: Υπάρχει σήμερα λαϊκό τραγούδι; Αναμφίβολα υπάρχει. Είναι όμως κρυμμένο στις γειτονιές και στις παρέες και ενδεχομένως ακούγεται σε κάποιες μικρές ταβέρνες των προαστίων των πόλεων. Η μουσική βιομηχανία, η βιομηχανία της ψυχαγωγίας -οι άπονες εξουσίες του κέρδους- γενικώς έχει κλείσει όλες τις διόδους ώστε όλος αυτός ο άγνωστος πολιτισμός να βγει στην επιφάνεια. Τον φέρνει με έναν τρόπο ως αίτημα η ταινία για τον Στέλιο. Μετά τι γίνεται;
