Η ώρα Γκρίνουιτς για τον πράσινο χρυσό του ελαιόλαδου χτυπάει στη νότια Ισπανία, ανάμεσα στην Κόρδοβα και τη Γρανάδα, γύρω από τον λόφο της Σάντα Καταλίνα, στην επαρχία Χαέν. Περίπου η μισή παγκόσμια παραγωγή προέρχεται από την Ισπανία. Με τη σειρά του, το 80% του ισπανικού ελαιόλαδου προέρχεται από την Ανδαλουσία. Και σχεδόν η μισή από αυτή την παραγωγή συγκομίζεται από τους ελαιοπαραγωγούς στη θάλασσα των ελαιόδενδρων της Χαέν. Οταν η Ανδαλουσία βήχει, λένε οι παραγωγοί, όλη η υπόλοιπη Μεσόγειος παθαίνει πνευμονία. Και για 36 μήνες ήταν βαριά άρρωστη ως αποτέλεσμα της ξηρασίας και των κακών καιρικών συνθηκών για την ανάπτυξη του ελαιώνα. Αυτό όμως φέτος άλλαξε, με την Ισπανία να γυρίζει στους συνήθεις μέσους όρους της την ώρα που οι βασικοί ανταγωνιστές, Ιταλία και Ελλάδα, δεν έχουν μια τόσο καλή χρονιά.
Η Χαέν απέχει από την Αθήνα 3.837 χιλιόμετρα -στην ελαιοκομική πραγματικότητα απέχει έτη φωτός- και ίσως να συμφέρει να πεταχτεί κανείς από την Ελλάδα στην Ισπανία να αγοράσει το λάδι της χρονιάς. Στο κέντρο της πόλης Χαέν δεσπόζουν οι μυλόπετρες ενός παλιού, παραδοσιακού ελαιοτριβείου. Εδώ οι ελαιοτριβείς δεν αποκαλούνται «λιτρουβάρηδες» αλλά «μαέστροι του ελαιοτριβείου», ενώ για τους σκληρά εργαζόμενους αγρότες της ελαιοκομίας έχουν γραφτεί ποιήματα γνωστά σε όλη τη χώρα.
Το φτηνότερο εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο στην Ισπανία έχει πλέον υποχωρήσει στο επίπεδο των 6,75 ευρώ το λίτρο. Στην Ελλάδα, η αντίστοιχη χαμηλότερη τιμή στο ράφι είναι 10,39 ευρώ το λίτρο και οι περισσότερες τιμές κυμαίνονται μεταξύ 10 και 14 ευρώ. Το ελληνικό ράφι είναι ακριβότερο κατά 54% ή 3,64 ευρώ/λίτρο! Αν μάλιστα συνυπολογιστεί το μέσο διαθέσιμο εισόδημα (με βάση τις Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης της Eurostat), προκύπτει ότι ο μέσος Ισπανός μπορεί να αγοράσει ποσότητα ελαιόλαδου υπερδιπλάσια από τα λίτρα που είναι σε θέση να αγοράσει ο Ελληνας καταναλωτής (πηγή, έρευνα: olivenews.gr).
Πώς γίνεται οι τιμές του λαδιού στο ράφι στη χώρα μας να παραμένουν τόσο υψηλές ενώ και οι Ελληνες παραγωγοί αναγκάζονται να ρίξουν την τιμή πώλησης σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα; Τις τελευταίες μέρες εξελίσσεται μία πρωτοφανής απότομη πτώση των τιμών παραγωγού ελαιόλαδου σε όλα τα εμπορικά κέντρα από άκρη σε άκρη στη Μεσόγειο, από την Πορτογαλία μέχρι την Τουρκία. Γιατί άραγε ακόμα και η πανίσχυρη Ισπανία αδυνατεί να διαμορφώσει καλές τιμές για τους παραγωγούς της παρότι αντιμετωπίζει μια αρκετά καλή περίοδο έπειτα από μια μαύρη διετία; Περιηγηθήκαμε μαζί με τους συναδέλφους του προγράμματος Pulse στους μεσογειακούς ελαιώνες στην εποχή της συγκομιδής, μιλήσαμε με εργάτες, παραγωγούς, τυποποιητές και οικονομολόγους σε Ελλάδα, Ισπανία και Ιταλία, αναζητώντας απαντήσεις.

Βγαίνουν λάδι οι κερδοσκόποι, πόσο κινδυνεύουν οι Ελληνες παραγωγοί
Πριν από λίγες μέρες η Ενωση Μικροκαλλιεργητών και Κτηνοτρόφων Ανδαλουσίας (UPA Andalucía) ανέδειξε τον συνεταιριστικό τομέα ως έναν από τους υπεύθυνους για την πτώση της τιμής του ελαιόλαδου. «Οι συνεταιρισμοί συνεχίζουν να προωθούν μια τάση αυτοκτονίας, πουλώντας γρήγορα όσο το δυνατόν περισσότερο λάδι σε οποιαδήποτε τιμή, όσο χαμηλή κι αν είναι, αντί να υπερασπίζονται μια λογική τιμή παραγωγού πάνω από το κόστος», επισημαίνει ο γενικός γραμματέας της Ενωσης. Ο Cristóbal Cano (UPA Andalusia) θεωρεί πάντως ότι αυτή η μείωση των τιμών στην πηγή «οφείλεται σε κερδοσκοπικά κίνητρα». Για τον συνεταιρισμό της Χαέν, το εύρος θα πρέπει να κυμαίνεται μεταξύ 6 και 6,50 ευρώ ανά λίτρο.
Στην UPA έχουν συντάξει μια έκθεση που αναλύει τις τελευταίες δέκα σεζόν και η οποία πιστοποιεί ότι η ζήτηση έχει παρουσιάσει μεγαλύτερη αύξηση από την παραγωγή, γεγονός που θα έπρεπε να οδηγήσει σε αύξηση και των τιμών. Ομως ο Cano επισημαίνει ότι, κατά καιρούς, η τιμή του ελαιόλαδου δεν διέπεται μόνο από αντικειμενικά κριτήρια καθώς υπάρχουν εξωτερικοί, αστάθμητοι παράγοντες που επιδρούν. «Οι βροχές του περασμένου Πάσχα προκάλεσαν πτώση της τιμής στην πηγή, την ώρα που δεν ήταν καν σαφές πώς θα ήταν η φετινή σεζόν», λέει ο Cano, ο οποίος πιστεύει ότι η συνταγή για την αποφυγή του «καθοδικού σπιράλ» είναι οι παραγωγοί να γίνουν ισχυροί στην υπεράσπιση των τιμών τους και οι κυβερνήσεις να διασφαλίσουν την ορθή εφαρμογή του νόμου, επαγρυπνώντας για τον κλάδο της διανομής.
«Δυστυχώς, αυτό συμβαίνει λιγότερο απ’ ό,τι θα έπρεπε», τονίζει ο επικεφαλής της UPA Ανδαλουσίας, ο οποίος καλεί την τοπική κυβέρνηση να εντείνει τους ελέγχους στα ράφια των σούπερ μάρκετ και την κεντρική κυβέρνηση να επιβάλει «σημαντικά και αποτρεπτικά πρόστιμα» σε όσους αγοράζουν κάτω από το κόστος παραγωγής.

Δεύτερη η Τουρκία
Η παγκόσμια παραγωγή ελαιόλαδου μοιάζει με ένα κλειστό, μεσογειακό πρωτάθλημα 5-6 χωρών με γνωστό τον πρωταθλητή κάθε χρόνο. Με την εξαίρεση της Ισπανίας, οι επόμενες θέσεις από τη δεύτερη μέχρι την πέμπτη στην παγκόσμια παραγωγή ελαιόλαδου ποικίλλουν από χρονιά σε χρονιά μεταξύ Ιταλίας, Ελλάδας, Τουρκίας και Τυνησίας. Φέτος δεύτερη είναι η Τουρκία, τρίτη θα είναι η Τυνησία, τέταρτη η Ελλάδα και πέμπτη η Ιταλία, η οποία είχε μια πολύ κακή χρονιά. «Το παιχνίδι είναι “ο θάνατός σου η ζωή μου”: είχαν 36 μήνες ξηρασία στην Ισπανία, άδειασαν οι δεξαμενές και η Ε.Ε. αναστέναξε από την έλλειψη λαδιού. Και το βρήκε τότε στην Ελλάδα που είχε μια υπερπαραγωγή τη χρονιά 2022-2023, περίπου 350 χιλιάδες τόνους λάδι. Ωστόσο παραμένουμε άμεσα εξαρτημένοι από τα εμπορικά funds των Ιταλών, δηλαδή από τις βιομηχανίες ελαιόλαδου των Ιταλών, που είναι η νούμερο ένα χώρα σε τυποποίηση στην Ευρώπη, και παράλληλα εξαρτιόμαστε από την παραγωγή της Ισπανίας» επισημαίνει ο κ. Χιλετζάκης.
Για τη σεζόν που διανύουμε οι αναμενόμενες εισαγωγές ελαιόλαδου στην Ε.Ε. από Τουρκία και Τυνησία θα είναι 650 χιλιάδες τόνοι, υποστηρίζει ο πρόεδρος της ΕΘΕΑΣ. Το νούμερο αυτό μοιάζει εξωπραγματικό
«Η Ισπανία παράγει κατά μέσο όρο το 40%-45% της παγκόσμιας ελαιοπαραγωγής. Οι υπόλοιπες χώρες δεν μπορούν να επηρεάσουν την αγορά και τις τιμές. Η Ισπανία είναι μια χώρα πολύ καλά οργανωμένη, με επιστημονική τεχνογνωσία και σταθερή πολιτική δεκαετιών, με χιλιάδες γεωπόνους να επιθεωρούν τα χωράφια, με συνεταιρισμούς της τάξης των 200 χιλιάδων τόνων ο ένας, με πολύ μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες να επενδύουν. Από τη στιγμή που οι Ισπανοί βγαίνουν και λένε “εγώ πουλάω σε μια Α τιμή”, αυτόματα αυτό ορίζει το πλαίσιο και τον πήχη για όλο τον κόσμο, ειδικά για τη Μεσόγειο» εξηγεί ο γεωργοοικονομολόγος Βασίλης Ζαμπούνης, εκδότης του εξειδικευμένου περιοδικού olivenews.gr και πρόεδρος της Επιστημονικής Εταιρείας Εγκυκλοπαιδιστών Ελαιοκομίας. Βαθύς γνώστης του χώρου, με τον οποίο ασχολείται τα τελευταία 40 χρόνια της ζωής του, ο Ζαμπούνης μελετά καθημερινά τι γίνεται στην παγκόσμια αγορά του λαδιού.
Το χρηματιστήριο
Οπως μας λέει, η Ελλάδα έχει μόλις το 8% της παγκόσμιας παραγωγής λαδιού. Την ίδια ώρα η Ιταλία δεν είναι αυτάρκης, από το ελαιόλαδο που καταναλώνει το μισό το εισάγει και το μισό το παράγει η ίδια. «Αν λοιπόν η Ισπανία πουλάει στην Ιταλία στα 5,5 ευρώ (τιμή παραγωγού), όπως γίνεται τώρα, αναγκαστικά ο Ιταλός που θα έρθει να αγοράσει στην Ελλάδα έχει σαν κριτήριο την τιμή αυτή. Μπορεί η Ελλάδα να μην εισάγει από Ισπανία ή από αλλού, αλλά η τιμή έμμεσα επηρεάζεται, υπερκαθορίζεται από το τι συμβαίνει στην Ισπανία. Το ίδιο ισχύει για την Τυνησία, την Πορτογαλία, την Τουρκία» εξηγεί ο Ζαμπούνης. Ο ίδιος υποστηρίζει πως η πολιτική της Ισπανίας είναι σταθερή εδώ και δεκαετίες και κινείται στη λογική «μειώνουμε το κόστος σε όλη την αλυσίδα αξίας ώστε να είμαστε εμπορικά ανταγωνιστικοί, αξιοποιούμε τις κοινοτικές επιδοτήσεις, αυξάνουμε τις παραγόμενες ποσότητες ώστε να ελέγχουμε τις ροές πρώτης ύλης, κατακτάμε τις αγορές εκμεταλλευόμενοι τα χαμηλά περιθώρια κέρδους και αργά, σταδιακά, κατακτάμε τον κόσμο».
Για τους Ελληνες παραγωγούς ο κίνδυνος δεν έρχεται μόνο από τη στρατηγική της Ισπανίας. Για τη σεζόν που διανύουμε οι αναμενόμενες εισαγωγές ελαιόλαδου στην Ε.Ε. από Τουρκία και Τυνησία θα είναι 650 χιλιάδες τόνοι, υποστηρίζει ο πρόεδρος της ΕΘΕΑΣ.
Το νούμερο αυτό μοιάζει εξωπραγματικό. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοκομίας, ο μέσος όρος των ετήσιων εισαγωγών στην Ε.Ε. ανέρχεται στους 165 χιλιάδες τόνους για την τριετία 2020-2023, αξίας 566 εκατ. ευρώ, δηλαδή μόλις 3,4 ευρώ το κιλό. Τη συντριπτική μερίδα του λέοντος έχει η Τυνησία με το πολύ φτηνό εργατικό κόστος και ποιοτική παραγωγή, με μακράν δεύτερη την Τουρκία. «Εμείς καλούμε την Ε.Ε., καλούμε όλους τους ευρωβουλευτές σε όποια πολιτική ομάδα και αν ανήκουν, να πάρουν τη γενναία απόφαση να κλείσουν τα ευρωπαϊκά σύνορα για το λάδι. Να μην εισάγονται λάδια από τρίτες χώρες, όπως είναι η Τυνησία και η Τουρκία. Ηδη έχουμε τις πρώτες μαρτυρίες ότι τον Σεπτέμβρη και τον Οκτώβρη έχουν περάσει πάνω από 20 χιλιάδες τόνοι λάδι από την Τουρκία στην Ε.Ε. Αυτό επηρεάζει πολύ τις τιμές» υποστηρίζει ο κ. Χιλετζάκης.

Φαινόμενα νοθείας
Eνα παλαιότερο δημοσίευμα του Forbes το 2022 προκάλεσε πάταγο υποστηρίζοντας ότι περίπου το 80% του λεγόμενου ιταλικού ελαιόλαδου που διατίθεται στα καταστήματα δεν προέρχεται στην πραγματικότητα από την Ιταλία, ούτε έχει παραχθεί εξ ολοκλήρου από ελιές. Οπως αναφερόταν, συχνά πρόκειται για λάδι κακής ποιότητας, μείγμα φυτικών ελαίων ή λάδι από όλο τον κόσμο (συχνά από την Τουρκία, την Τυνησία ή τη Συρία), αλλά στην τιμή ενός 100% ιταλικού έξτρα παρθένου ελαιόλαδου. Ακολούθησαν πλήθος δημοσιευμάτων στα ΜΜΕ με αναφορές για «αγροτική μαφία», «λαθρεμπόριο» και «εγκληματίες της κουζίνας».
Στην Ισπανία, πρόσφατες αναλύσεις 11 εμπορικών σημάτων υποτιθέμενου ελαιόλαδου στην Εξτρεμαδούρα και την Ανδαλουσία έδειξαν ότι ένα συγκεκριμένο εμπορικό σήμα περιείχε ένα κακής ποιότητας ελαιόλαδο που ιστορικά χρησιμοποιούνταν σε λαμπτήρες καύσης πετρελαίου και είναι ακατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση.
Πριν από λίγες μέρες δύο μεγάλες ιταλικές οργανώσεις, οι Coldiretti και Unaprol, έστειλαν επιστολή στον Ιταλό υπουργό Γεωργίας, προτείνοντας τη δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού συστήματος τηλεματικής καταγραφής και ιχνηλασιμότητας για την προστασία του έξτρα παρθένου ελαιόλαδου και τη διασφάλιση της διαφάνειας σε ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής.
Πολλοί μεσάζοντες
Το ερώτημα παραμένει: Γιατί το ελαιόλαδο έχει μετατραπεί σε ένα τόσο ακριβό αγαθό; Και γιατί παραμένει ακόμα τόσο ψηλά; Στην πρωτεύουσα της ισπανικής κοινότητας της Εξτρεμαδούρα, ο μικρός συνεταιρισμός της Μερίδα πουλάει με 6 ευρώ το λίτρο σε χιλιάδες ευτυχισμένους καταναλωτές, ενώ το ίδιο κάνει και η μεγαλύτερη αλυσίδα λιανικής, η Mερκαντίνα, με 6,75 ευρώ/λίτρο (το έξτρα παρθένο). Το λάδι όμως έχει διάφορα «καπέλα» που ανεβάζουν την τιμή σε όλες τις χώρες.
Η πρώτη εμπορική πράξη είναι από τον παραγωγό στον ελαιουργό, η δεύτερη πράξη είναι από τον ελαιουργό στον έμπορο, η τρίτη είναι από τον έμπορο στον τυποποιητή, η τέταρτη είναι από τον τυποποιητή στο σούπερ μάρκετ. Κάποιες φορές υπάρχει και μια πέμπτη, που σχετίζεται με τις εταιρείες logistics που τα διοχετεύουν με δική τους ετικέτα. «Το κόστος του τυποποιητή είναι περίπου 1 ευρώ το λίτρο (μπουκάλι, πώμα, ετικέτα κτλ). Το σούπερ μάρκετ το παίρνει στα 10 ευρώ και το πουλάει όσο θέλει, γύρω στα 12-14 ευρώ. Πρέπει να κλείσει η ψαλίδα ανάμεσα στον παραγωγό και τον καταναλωτή, πρέπει να βγουν 2-3 ενδιάμεσοι από το παιχνίδι» ζητάει ο κ. Χιλετζάκης.

Πού θα κινηθεί η φετινή παραγωγή του ελαιόλαδου
Η έγκαιρη πρόβλεψη της πραγματικής παραγωγής αποτελεί τον βασικό παράγοντα για τη σωστή πρόβλεψη της εξέλιξης των τιμών παραγωγού. Στην Ισπανία, εκτός από τα συστήματα ιχνηλασιμότητας, που επιτρέπουν την ύπαρξη έγκαιρων και ακριβών στατιστικών, υπάρχει και ένα εκτεταμένο δίκτυο γεωπόνων πεδίου οι οποίοι παρακολουθούν σε καθημερινή βάση με κάθε λεπτομέρεια τους ελαιώνες, ώστε να είναι σε θέση να γνωρίζουν και να αναθεωρούν ανά πάσα στιγμή την προβλεπόμενη παραγωγή. Η εκτίμηση του ισπανικού υπουργείου Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων για τη φετινή περίοδο ανεβάζει την παραγωγή σε 1,289 εκατ. τόνους, 51% περισσότερο από πέρσι. Η συντριπτική πλειονότητα (1.021.000 τόνοι) προέρχεται από την Ανδαλουσία, όπου η συγκομιδή προβλέπεται να αυξηθεί κατά 77%.
Πριν από λίγες μέρες το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιοκομίας (IOC) έδωσε στη δημοσιότητα τις προβλέψεις του για τη φετινή παγκόσμια παραγωγή ελαιόλαδου, η οποία θα φτάσει τους 3.376 χιλιάδες τόνους. Σύμφωνα με αυτές, η Ελλάδα έρχεται τέταρτη με εκτιμώμενη παραγωγή 250 χιλιάδες τόνους, όμως η Εθνική Ενωση Αγροτικών Συνεταιρισμών θεωρεί πως το τελικό νούμερο θα είναι αρκετά μικρότερο λόγω της ανομβρίας του Οκτωβρίου και θα κινηθεί γύρω στις 200 χιλιάδες τόνους. Στην Κρήτη, τη μεγαλύτερη ελαιοπαραγωγική περιφέρεια της χώρας, που δίνει το 1/4 του ελαιόλαδου, η παραγωγή, σύμφωνα με την ΕΘΕΑΣ, εκτιμάται ότι θα κινηθεί κάτω από τους 50 χιλιάδες τόνους.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όπως αναφέρει ο Μύρων Χιλετζάκης, είναι ότι «δεν υπάρχουν εργάτες γης να μαζέψουν τις ελιές. Δεν λειτουργούν στην πράξη οι εξαγγελθείσες διακρατικές συμφωνίες για να έρθει εργατικό προσωπικό. Οι δε Αποκεντρωμένες Διοικήσεις προχωρούν δυστυχώς με ρυθμούς χελώνας σε όλη την Ελλάδα: κάνεις την αίτηση τώρα και περιμένεις 8-10 μήνες, ίσως 1 χρόνο, να σου απαντήσουν, αφού πάνε τα χαρτιά στις πρεσβείες. Ακριβώς επειδή υπάρχει έλλειψη προσωπικού, ανεβαίνουν τα μεροκάματα».
Χαμηλότερη παραγωγή αλλά πολύ υψηλή ποιότητα υπόσχονται για φέτος οι Ιταλοί παραγωγοί. Η Αννα Ρούφολο, υπεύθυνη του τομέα της Cia, της Ιταλικής Συνομοσπονδίας Αγροτών, αναφέρει πως «θα υπάρχει σημαντική συρρίκνωση της παραγωγής στη χώρα καθώς πέσαμε από 330 χιλιάδες τόνους πέρυσι σε 224 χιλιάδες φέτος». Στην Ιταλία οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι αγρότες είναι το υψηλό κόστος συγκομιδής, το οποίο έχει αυξηθεί φέτος κατά 30%-40% και επηρεάζεται και από τις χαμηλές αποδόσεις της παραγωγής ως συνέπεια της κλιματικής αλλαγής. Η ξηρασία του φετινού καλοκαιριού, η οποία αντισταθμίστηκε εν μέρει από τις βροχές στις αρχές του Σεπτέμβρη, επηρέασε την καρποφορία. Παράλληλα στην Ιταλία σε αρκετές περιοχές έχει εκφραστεί ανησυχία για αθέμιτο ανταγωνισμό και παραποίηση προϊόντων.

* Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο οποίο συμμετέχει κατά αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν οι: Por Carlos Rocha (Εl Confidencial-Ισπανία), Davide Madeddu (Il Sole 24 Ore-Ιταλία).
Τo πρόγραμμα PULSE
Το PULSE – Europe beyond the beat είναι μια διασυνοριακή δημοσιογραφική πρωτοβουλία που βασίζεται σε μια «συνεργατική στο σχεδιασμό» προσέγγιση στην παραγωγή περιεχομένου.
Αποτελείται από 10 σημαντικά εθνικά μέσα ενημέρωσης (Εφ.Συν.- Ελλάδα, Delfi – Λιθουανία, Deník Referendum – Τσεχία, Der Standard – Αυστρία, El Confidencial – Ισπανία, Gazeta Wyborcza – Πολωνία, Hotnews – Ρουμανία, HVG – Ουγγαρία, Il Sole 24 Ore – Ιταλία, Mediapool – Βουλγαρία) και 3 διακρατικούς οργανισμούς μέσων ενημέρωσης (OBCT, n-ost, Voxeurop) που ενώνονται με στόχο να προωθήσουν μια ζωντανή ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα.
Με επικεφαλής το OBCT, ο συνεργατικός κόμβος PULSE παράγει και διανέμει δημοσιογραφικό περιεχόμενο που καλύπτει ευρωπαϊκές υποθέσεις σε καθημερινή βάση. Ένα πρόσθετο δίκτυο εξωτερικά συνεργαζόμενων ειδησεογραφικών newsrooms και ΜΜΕ συμβάλλει στην παραγωγή περιεχομένου, καλύπτοντας ουσιαστικά κάθε ευρωπαϊκή χώρα. Όλοι μαζί, αυτή η μεγάλη διεθνής αίθουσα σύνταξης ειδήσεων, καλύπτει τις ευρωπαϊκές υποθέσεις από νέες και πολλαπλές οπτικές γωνίες.
Μέσα σε δύο χρόνια, θα δημοσιευτούν πάνω από 2.000 δημοσιογραφικά θέματα (αρθρα, ρεπορταζ, έρευνες, podcasts κα), συμπεριλαμβανομένων εμπεριστατωμένων άρθρων σε διάφορες μορφές και σε τουλάχιστον 12 διαφορετικές ευρωπαϊκές γλώσσες.
Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται σε χώρες, περιφέρειες και κοινωνικές ομάδες που δεν έχουν λάβει επαρκή δημοσιότητα ή υποεκπροσωπούνται στη Δημόσια Σφαίρα, συμπεριλαμβανομένων πχ αγροτικών περιοχών και χωρών της ΕΕ με μικρές και μεσαίες διαστάσεις.
Το πρόγραμμα PULSE δίνει τη δυνατότητα διανομής δημοσιογραφικού περιεχομένου σε τρίτους και προβλέπει τη δημιουργία 4 ανοικτών θεματικών δικτύων – στα οποία μπορούν να συμμετάσχουν όλοι οι δημοσιογράφοι του δικτύου – τα οποία θα επικεντρώνονται σε κρίσιμα θέματα όπως η διεύρυνση της ΕΕ, η Ευρώπη και ηδυναμική των παγκόσμιων δυνάμεων, ηπράσινη μετάβαση της ΕΕ, τα μέσα ενημέρωσης, η κοινωνία της πληροφορίας και το Κράτος Δικαίου.

Οι δραστηριότητες του PULSE χρηματοδοτούνται εν μέρει από τους οργανισμούς του δικτύου και κυρίως συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (DG CONNECT) στο πλαίσιο των δράσεων πολυμέσων μέσω της συμφωνίας επιχορήγησης LC-02772862.
Οι συμφωνίες με τον δωρητή διασφαλίζουν ότι το PULSE και τα μέλη του παραμένουν εντελώς ανεξάρτητα από οποιαδήποτε οδηγία, πίεση ή αίτημα από
οποιοδήποτε θεσμικό όργανο της ΕΕ, οποιοδήποτε κράτος ή οποιοδήποτε άλλο θεσμικό όργανο ή οργανισμό σε όλα τα θέματα που αφορούν το δημοσιογραφικό
περιεχόμενο που παράγεται.
Η ομάδα του PULSE
Εφ.Συν.- Ελλάδα
OBCT [1] – Ιταλία
Delfi [2] – Λιθουανία
Deník Referendum [3] – Τσεχία
Der Standard [4] – Αυστρία
El Confidencial [5] – Ισπανία
Gazeta Wyborcza [6] – Πολωνία
Hotnews [7] – Ρουμανία
HVG [8] – Ουγγαρία
Il Sole 24 Ore [9] – Ιταλία
Mediapool [10] – Βουλγαρία
n-ost [11] (Γερμανία)
VoxEurop [12] (Γαλλία)
Links:
——
[1] https://www.balcanicaucaso.org/eng/
[2] https://www.delfi.lt/
[3] https://denikreferendum.cz/
[4] https://www.derstandard.at/consent/tcf/
[5] https://www.elconfidencial.com/
[6] https://wyborcza.pl/0,75247.html
[7] https://www.hotnews.ro/
[8] https://hvg.hu/
[9] https://www.ilsole24ore.com/
[10] https://www.mediapool.bg/
[11] https://n-ost.org/
[12] https://voxeurop.eu/it/
[13] https://drive.google.com/drive/folders/1YXurKE3SX7Lz6ekPFiYxPoXjHS6yZsab?usp=sharing
[14] https://ec.europa.eu/regional_policy/information-sources/logo-download-center_en
[15] http://www.efsyn.gr
[16] http://www.miir.gr
Τα περιεχόμενα του προγράμματος Pulse διανέμονται με άδεια Creative Commons BY-NC-ND 2.5 IT. Η αναδημοσίευση προϋποθέτει υποχρεωτική αναφορά στους συντάκτες και στο πρόγραμμα με έναν άμεσο ενεργό σύνδεσμο προς την αρχική σελίδα του άρθρου.
