Η διεθνής πολιτική συγκυρία, η οποία συμπίπτει με την ανάδειξη του Τραμπ στη θέση του προέδρου των ΗΠΑ από τη μία και εσωκομματικές διευθετήσεις και ισορροπίες στη Ν.Δ. από την άλλη συνιστούν τις δύο μείζονες πραγματολογικές συνθήκες για να αναδιπλωθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως πρωθυπουργός της χώρας.
Πρώτα-πρώτα θα πρέπει να εξηγήσω πώς και γιατί μιλάω για «αναδίπλωση Μητσοτάκη» και όχι για αναποδογύρισμα (ή για κωλοτούμπα τύπου Τσίπρα). Διευκρινίζω επίσης ότι οι πραγματολογικές συνθήκες σήμερα στην εποχή Μητσοτάκη εάν συγκριθούν με τις αντίστοιχες συνθήκες της εποχής Τσίπρα είναι εντελώς διαφορετικές. Ωστόσο, όπως δείχνουν τα πολιτικά πράγματα του τόπου μας, και οι δύο πρωθυπουργοί μπροστά στα νέα δεδομένα επιχειρούν τον επανασχεδιασμό της πολιτικής τους. Ο Τσίπρας έκανε ό,τι έκανε και χαρακτηρίστηκε στη νεότερη πολιτική ιστορία μας ως ο πρωθυπουργός της «κωλοτούμπας»!
Το πολιτικό ερώτημα της συγκυρίας είναι το εξής: πώς και γιατί ο Μητσοτάκης ως πρωθυπουργός από την πρώτη στιγμή της ανάδειξής του (Ιούλιος του 2019) σχεδίασε και εφάρμοσε το «ηγεμονικό μοντέλο» άσκησης της κυβερνητικής εξουσίας και σήμερα στη δεύτερη θητεία του (2023-2027) το εγκαταλείπει. Οι λόγοι της εγκατάλειψης του «ηγεμονικού μοντέλου» είναι οι δύο αυτοί που αναφέρω στην αρχή του κειμένου μου: η εκλογή του Τραμπ στη θέση του προέδρου των ΗΠΑ και το επιτακτικό αίτημα του ίδιου του κόμματός του (της Νέας Δημοκρατίας) να «επινοήσει» τις ιδεολογικές πολιτικές ρίζες του. Εννοείται πως δεν πρόκειται για μία κάποια νέου τύπου κομματική συνθήκη. Δεν «επινόησε» ο Μητσοτάκης τίποτε περισσότερο ή τίποτε λιγότερο, παρά το κομματικό και κυβερνητικό πλαίσιο δράσης στο οποίο τρεις κορυφαίοι εκπρόσωποι της ΔΕΞΙΑΣ (με κεφαλαία όλα τα γράμματα) τον οδήγησαν. Τα ονόματα των τριών «ανθρωποφυλάκων» της ΔΕΞΙΑΣ είναι γνωστά στο πανελλήνιο: Κώστας Καραμανλής, Αντώνης Σαμαράς και Προκόπης Παυλόπουλος.
Η «πρόταση Τασούλα» για την Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας επισφραγίζει το καθεστώς «ομηρίας» στο οποίο βρίσκεται πια ο πρωθυπουργός της χώρας. Ο Μητσοτάκης, ο οποίος φιλοδόξησε να ονομασθεί πολιτικός διάδοχος του Σημίτη (1996-2004), κατέληξε να «σέρνεται» πίσω από την «πρόταση Τασούλα» την οποία ο ίδιος έκανε.
Ως πολίτης και ως πολιτικός φιλόσοφος κάνω την εξής πρόταση: εάν θέλουμε ως ελληνική πολιτική κοινωνία να έχουμε Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας και όχι «μπάτλερ» του πρωθυπουργού, να συνεργασθούν όλα τα κοινοβουλευτικά πολιτικά κόμματα και να εκλέξουν τον νέο Πρόεδρο. Σ’ αυτό το επιτακτικό πολιτικο-κοινωνικό αίτημα, αντιλαμβάνομαι, ότι όλες οι κοινοβουλευτικές δυνάμεις θέλουν και θα προσπαθήσουν να συμπράξουν. Η Ελληνική Δημοκρατία της επόμενης γενιάς χρειάζεται έναν Πρόεδρο που θα έχει ψηφισθεί από το σύνολο των βουλευτών. Ο πρωθυπουργός που «έχει το πεπόνι και το μαχαίρι» γνωρίζει το όνομα και το πρόσωπο που μας ενώνει όλους!
ΥΓ.: Αυτό που επιβάλλεται να σεβαστεί η ελληνική πολιτική κοινωνία ως Δημοκρατία είναι η μεταπολιτευτική θεσμική παράδοσή της.
*Πολιτικός φιλόσοφος
