Το έργο δεν ήταν θεατρικό – έγινε. Ηταν μια ιδέα της Εύας Κοτανίδη, της οποίας τα γαλλικά είναι η μητρική γλώσσα (στην κυριολεξία, καθώς η μητέρα της είναι Γαλλίδα και η ίδια έχει ζήσει εκεί για χρόνια). Ετσι, όχι μόνο μπόρεσε να διαβάσει από το πρωτότυπο το βιβλίο της Βιρζινί Ντεπάντ, «Αγαπητέ μαλάκα», που πρόσφατα μεταφράστηκε και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Στερέωμα», αλλά ήταν ικανή να καταλάβει και την ψυχοσύνθεση της συγγραφέως, που είναι τόσο ιδιαίτερη όσο και ο λόγος της. Το βιβλίο έγινε θεατρικό, κάτι διόλου εύκολο, καθώς είναι και μεγάλο και φέρει μέσα του πολλά βιώματα της συγγραφέως, καθώς και τη φιλοσοφία της (αιρετική για κάποιους) για τη θέση της γυναίκας, τον ηλικιακό ρατσισμό, το διαδικτυακό bulling, την ανδρική χειραφέτηση που δεν έχει γίνει ποτέ (δεν τίθεται καν ως ζήτημα στον δημόσιο διάλογο), τις σχέσεις των δύο φύλων. Κι όμως! Οχι μόνο έγινε θεατρικό, και μάλιστα παρουσιάζεται πρώτη φορά στην Ελλάδα, αλλά έγινε και πολύ καλό θεατρικό. Ο τίτλος του είναι προβοκατόρικος. Η συγγραφέας απευθύνεται στο ανδρικό φύλο, και όχι τυχαία, με αυτό τον τρόπο (ο πρωτότυπος τίτλος στα γαλλικά είναι «Cher Connard»). Η ίδια έχει περάσει ήδη μια εξαιρετικά έντονη ζωή: γεννήθηκε σε μια οικογένεια που ανήκε στην εργατική τάξη το 1969. Στα 15 της οι γονείς της την έκλεισαν σε ψυχιατρική κλινική, παρά τη θέλησή της.
«Τα καμώματά μου δεν ήταν τόσο άγρια ώστε να κάνουν κάτι τέτοιο. Αν ήμουν αγόρι, θα ήταν απλά μια “φυσιολογική περίοδος” γιατί “γίνομαι άντρας και μπορώ να κάνω ό,τι θέλω”. Αν ήμουν αγόρι, δεν θα έκαναν ποτέ κάτι τέτοιο. Ως κορίτσι, όμως, δεν είχα δικαίωμα στην ελευθερία μου», θα πει η ίδια αργότερα.
Στα 17 της παράτησε το σχολείο και έφυγε από το σπίτι, ακολουθώντας ροκ μπάντες. Καθώς έκανε οτοστόπ για τις μετακινήσεις της, βιάστηκε με την απειλή όπλου από τρεις άντρες. Είχε μαζί της έναν σουγιά, αλλά ήταν τέτοιος ο τρόμος της, που δεν κατάφερε να τον χρησιμοποιήσει. Εκανε διάφορες δουλειές ως νέα: υπάλληλος σε δισκάδικο, κριτικός ροκ δίσκων αλλά και πορνογραφικών ταινιών, υπηρέτρια και σεξεργάτρια σε «οίκο μασάζ». Το 1994 εκδόθηκε το βιβλίο της «Baise-moi» που εκτός από «Φίλησέ με» σημαίνει και «Γάμησέ με», όπου μιλούσε ανοιχτά για τον βιασμό της.
Εξι χρόνια αργότερα, έκανε το βιβλίο της ταινία με τον ίδιο τίτλο – ένα φιλμ με σκληρές εικόνες βιασμού και εκμετάλλευσης. Εγινε αμέσως γνωστή, αλλά ως αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Συνέχισε να γράφει βιβλία, κάποια έγιναν και πάλι ταινίες και μάλιστα βραβευμένες. Το ίδιο συνέβη και με τα επόμενα βιβλία της – βραβεύτηκαν και η ίδια συνέχισε να καταπιάνεται με πολύ καίρια ζητήματα, με πλήρη ειλικρίνεια και μια πρωτόγνωρη τόλμη, ακόμη και για τα γαλλικά δεδομένα.
Το «Αγαπητέ μαλάκα» μεταφράστηκε στα ελληνικά μόλις πρόσφατα και μιλάει για την κακοποίηση, τη διαδυκτιακή παρενόχληση ακόμη και από γυναίκα προς γυναίκα-θύμα, τα στερεότυπα, την ανθρώπινη, εν τέλει, επικοινωνία – «Μα, ό,τι κι αν πούμε, εν τέλει περί αυτού δεν πρόκειται; Γι’ αυτό κι εμείς τελειώνουμε το έργο όπως το τελειώνουμε» μας λέει η Εύα Κοτανίδη (δεν θα μαρτυρήσουμε το φινάλε). Πράγματι πρόκειται για ένα δυνατό κείμενο, που έγινε μια καταπληκτική παράσταση – ειδικά για πιο νέες γενιές θεατών, που έχουμε την αίσθηση πως θα ταίριαζε πολύ.
Το απίστευτο, ωστόσο, είναι το τι συμβαίνει ήδη εξαιτίας του τίτλου του: παρότι χρησιμοποιούμε τη λέξη καθημερινά, όλοι, όταν πηγαίνουν να ζητήσουν εισιτήριο για την παράσταση, λένε «Θέλω γι’ αυτή», δείχνοντας την αφίσα, καθώς δεν μπορούν να πουν καν τον τίτλο, αν και πρόκειται για καλλιτεχνικό έργο. Στην Ελλάδα αυτό τώρα! Σε αυτή την Ελλάδα που ξέρουμε… πραγματικά μας εντυπωσίασε το γεγονός, ευτυχώς όχι όσο το ίδιο το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα της παράστασης «Αγαπητέ μαλάκα».
Πέραν των ερμηνειών (η Εύα Κοτανίδη, ο Ορέστης Τζιόβας και η Μυρτώ Γκόνη δίνουν εξαιρετικές ερμηνείες, καλύτερες απ’ ό,τι περιμέναμε – και δεν περιμέναμε λίγα), η σκηνοθεσία είναι ευρηματική και το ανέβασμα του έργου ευφυές: ο Σωτήρης Καραμεσίνης που ανέλαβε τη σκηνοθεσία, μετά τις ποικίλες σπουδές του τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Γαλλία (θεωρία της μουσικής, θεολογία, σαξόφωνο, αφρολάτιν κρουστά, σκηνοθεσία, κινηματογράφος και διδασκαλία θεάτρου), ταξίδεψε στη Βραζιλία και έμεινε για χρόνια εκεί. Το 2009 έκανε ένα πρωτοποριακό βήμα: δίδαξε τις «Βάκχες» του Ευριπίδη, στη βραβευμένη θεατρική ομάδα της ταινίας «Η Πόλη του Θεού» (“Nós Dο Morro”), ίδρυσε τη βραζιλιάνικη ομάδα θεάτρου «Musa cia Teatral» και δημιούργησε ένα πρότυπο θεατρικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα για τα εκατοντάδες παιδιά και εφήβους του σχολείου της ΜΚΟ «Solar meninos de Luz», που εργάζεται στις φαβέλες του λόφου Cantagalo στο Ρίο Ντε Τζανέιρο. «Εκεί, στις φαβέλες, συνομιλούσαμε με πολλές γυναίκες», μας λέει.
«Η Βραζιλία είναι μητρογραμμική. Δηλαδή, στο Δημόσιο δεν με ρωτάνε ποτέ ποιος είναι ο πατέρας μου, αλλά ποια είναι η μητέρα μου. Ακόμα και για το κινητό μου τηλέφωνο, όνομα μητέρας δίνω. Αυτό συμβαίνει γιατί είναι μια κοινωνία χωρίς πατέρες. Το μόνο που έχουν σίγουρο είναι η μάνα. Εκεί ο άντρας αφήνει έγκυο τη γυναίκα και εξαφανίζεται. Φυσικά υπάρχει και φοβερή βία πάνω στις γυναίκες… Εκεί στις φαβέλες, λοιπόν, εκεί όπου η μάχη των φύλων είναι πολύ έντονη, συζητούσαμε με τις Βραζιλιάνες γυναίκες και τις ρωτούσαμε γιατί μεγαλώνουν τα αγόρια τους ως πιο σημαντικά από τις κόρες τους. Δεν ήξεραν τι να μας απαντήσουν. Παραδέχθηκαν πως, παρά τη βία που έχουν υποστεί από άνδρες, παρότι υπάρχει μίσος πραγματικό ανάμεσα στα δύο φύλα, παρότι μεγαλώνουν πολλά παιδιά μόνες τους, τον γιο τους τον μεγαλώνουν σαν πασά και την κόρη εντελώς διαφορετικά. Και δεν είχαν καμία εξήγηση στο γιατί το κάνουν αυτό», μας λέει.
«Η Ντεπάντ μέσα στο βιβλίο (το κόψαμε αυτό το σημείο, γιατί ήταν πάρα πολλά!) λέει πως η Γαλλίδα μάνα “πνίγει” τόσο πολύ το γιο της, που σαν αυτός μεγαλώνει, γίνεται επιθετικός προς τις γυναίκες, γιατί βλέπει σε αυτές τη μάνα του. Και φαντάσου ότι τα γράφει για τη Γαλλίδα μάνα αυτά! Είναι εντυπωσιακό. Επίσης, λέει, πως είναι τιμητικό για τη Γαλλίδα μάνα να έχει αγόρια. Αυτό το βίωσε και προσωπικά η συγγραφέας στη δική της οικογένεια», συνεχίζει η Εύα Κοτανίδη. «Οι γενιές των δικών μας μανάδων, εδώ στην Ελλάδα, επειδή ακόμη και δεν ήταν οικονομικά ανεξάρτητες αλλά είχε ξεκινήσει μια σχετική χειραφέτηση, ναι μεν έλεγαν στις κόρες τους να γίνουν ανεξάρτητες, να σπουδάσουν κ.λπ., αλλά τ’ αγόρια συνέχιζαν να τα μεγαλώνουν όπως παλιά: να τους σιδερώνουν, να τους πλένουν, να είναι δηλαδή υποτελείς αυτών. Και αυτό για όλη τους τη ζωή – ίσως ακόμη να ισχύει αυτό σε κάποιο ποσοστό, εύχομαι όχι μεγάλο. Η Ντεπάντ το λέει στο έργο: Λέει στους άνδρες “Εσείς δεν χειραφετηθήκατε ποτέ, δεν απελευθερωθήκατε ποτέ από τα δεσμά αυτής της κοινωνίας, γιατί φοβηθήκατε να το κάνετε για τον εαυτό σας. Φοβηθήκατε μην τυχόν και σπάσετε τα δικά σας τα δεσμά και έτσι σπάσουν και τα δικά μας μαζί”. Αυτό είναι μια αρκετά προκλητική θέση της Ντεπάντ. Με την έννοια ότι σε προκαλεί να το σκεφτείς! Δεν νομίζω πως οι άνδρες έχουν αναρωτηθεί ποτέ αν έχουν χειραφετηθεί. Ή αν χρειάζεται να κάνουν κάτι τέτοιο. Μιλάμε συνέχεια για τη γυναικεία χειραφέτηση, επειδή οι άνδρες έχουν το πάνω χέρι κι εμείς χρειάζεται μόνο να χειραφετηθούμε. Ωστόσο δεν είναι είναι τυχαίο πως αυτή η μη ανδρική χειραφέτηση δεν τίθεται καν ως θέμα συζήτησης, πόσο μάλλον προβληματισμού. Ξέρεις ότι μέχρι τα 1975 σε αρκετές Πολιτείες των ΗΠΑ, η γυναίκα θεωρούνταν “property”, ιδιοκτησία; Αργότερα άλλαξε και έγινε “σύντροφος”».
Ρωτάμε για τη διαφορετικότητα. Για το σεξ. Για τα νεότερα παιδιά που βλέπουμε να κινούνται είτε σε ανδροπαρέες είτε σε κοριτσοπαρέες, αλλά όχι όλοι μαζί. Για τον έρωτα και αν υφίσταται στην πραγματική του μορφή. Για την ομοιογένεια που παρατηρούμε παντού γύρω μας, ως μια νέα «κανονικότητα». Για την έμφυλη βία. Για τις γυναικοκτονίες. Για το αν η γυναίκα θεωρείται «αγαθό κοινής ωφελείας, κάτι σαν τον Ηλιο» όπως ακούγεται στο έργο. Για τον ηλικιακό ρατσισμό, που και αυτός φέρει έμφυλη διάσταση. Ολα δηλαδή τα θέματα που θίγει η παράσταση.
«Στο έργο υπάρχει ο χαρακτήρας που ερμηνεύω εγώ, μια ηθοποιός γύρω στα 50, μεγάλη σταρ του παρελθόντος, που πλέον λόγω ηλικίας δεν μπορεί να βρει δουλειά. Φυσικά έχει υποστεί διακρίσεις και κακοποιητικές συμπεριφορές, ακόμη στηρίζεται στις ανθρώπινες σχέσεις και λέει πως προτιμάει να ψοφήσει παρά να κάνει γιόγκα όπως προτάσσει η “θετική σκέψη” της εποχής, αλλά είναι δυνατή. Σε αντίθεση με την ηρωίδα που υποδύεται η Μυρτώ Γκόνη, η οποία είναι ένα νέο κορίτσι που χρησιμοποιεί τα κοινωνικά δίκτυα για να στηριχθεί συναισθηματικά και να αντιμετωπίσει την κακοποίηση που είχε υποστεί από έναν ανώτερό της στη δουλειά, τον συγγραφέα που υποδύεται ο Ορέστης Τζιόβας, και η οποία σπάει. Δεν αντέχει. Γιατί; Γιατί είναι μόνη της. Γιατί δεν μπορεί να υπάρξει πραγματικά και να συνδεθεί με άλλους», λέει η Εύα.
«Φυσικά οι γυναίκες έχουν εντελώς διαφορετική μεταχείριση απ’ ό,τι οι άνδρες, όσον αφορά και την ηλικία τους», συνεχίζει. «Λέει η Λατέ, που υποδύομαι, πως “αφού πλέον δεν μου χωράει το τζιν μου, αφού δεν ασχολούνται μαζί μου παρά μόνο με το πόσο σούπερ σταρ ήμουν, γιατί να μη ’φχαριστηθώ τώρα πια τις τηγανιτές πατάτες;”. Είναι απίστευτο πως, ειδικά στη βιομηχανία του θεάματος αλλά όχι μόνο, η γυναίκα, όσο και να μεγαλώσει, πρέπει να φαίνεται ακόμη νέα και στο πρόσωπο και στο σώμα. Να προσέχει τι τρώει, να μην ευχαριστιέται παρά ελάχιστα, να είναι διαρκώς σε “ειδικό καθεστώς αποδοχής”. Φαντάζεσαι τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο να σκέφτεται αν θα φάει τηγανιτές πατάτες;» συνεχίζει.
«Είναι κάπως παράδοξο όλο αυτό που συμβαίνει», λέει ο Σωτήρης Καραμεσίνης. «Οι λέξεις “συμπερίληψη” και “διαφορετικότητα” είναι ένα σύνθημα πλέον. Ισοπέδωση υπάρχει στην πραγματικότητα. Προσωπικά το βλέπω και στα δύο φύλα, υπάρχει ισοπέδωση και των φύλων. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω τα αγόρια από τα κορίτσια. Και φυσικά υπάρχει μοναξιά. Το σεξ, αν δεν εμπεριέχει σύνδεση, δεν σε απομακρύνει από τη μοναξιά. Τι συμβαίνει σήμερα; Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων και των νέων ειδικότερα χρησιμοποιεί το διαδίκτυο, ψάχνοντας πορνογραφικό περιεχόμενο ή παίζοντας παιχνίδια. Ελάχιστοι ψάχνουν για οτιδήποτε άλλο, αλλά αποφεύγουμε να δούμε αυτή την αλήθεια. Ετσι μένουμε μόνοι μας, δεν συνδεόμαστε ούτε διαπροσωπικά ούτε σε συλλογικότητες, ζούμε ψηφιακά, άρα ψευδαισθητικά και φυσικά χανόμαστε. Το Εγώ διογκώνεται και οδηγούμαστε σε ακραίες και ακραία άρρωστες συμπεριφορές, όπως είναι η βία, οι γυναικοκτονίες και η αυτοκαταστροφή», καταλήγει ο Σωτήρης.
«Η μοναξιά είναι η μάστιγα της εποχής», συμπληρώνει η Εύα. «Είναι προφανές. Δεν υπάρχει σεξ, αλλά υπάρχει κακοποίηση. Εννοώ δεν υπάρχει σεξ με ευχαρίστηση εκατέρωθεν. Ωστόσο βλέπω ερωτευμένους ανθρώπους γύρω μου. Βλέπω ζευγάρια, όλων των φυλών και των φύλων, να κρατιούνται αγκαλιά, να φιλιούνται. Ναι, δεν είναι εύκολο πλέον. Ναι, το σύστημα σε γονατίζει. Ναι, τα στερεότυπα δύσκολα καταρρίπτονται. Ναι, έχει χαθεί η ανάγκη της συλλογικότητας. Ναι, θα ήθελα ο άντρας να είναι αυτός που θα με κάνει να νιώσω γυναίκα και όχι ιδιοκτησία ή υποχείριο. Ναι, θα ήθελα η γυναίκα να έχει φωνή και ελευθερία. Αλλά υπάρχουμε. Ακόμα υπάρχουν άνθρωποι», καταλήγει.
♦ «Αγαπητέ μαλάκα», στο Θέατρο Μικρό Γκλόρια (Ιπποκράτους 7, τηλ. 2107234567). Κάθε Τετ. 18.00 & 21.00 και Πέμπ. 21.00
Προπώληση: www.ticketservices.gr, στο θέατρο και στα εκδοτήρια Πανεπιστημίου 39.
Μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας
Δραματουργία – Θεατρική διασκευή: Σωτήρης Καραμεσίνης – Εύα Κοτανίδη (βασισμένο σε μια ιδέα της Εύας Κοτανίδη)
Σκηνοθεσία/σκηνογραφία: Σωτήρης Καραμεσίνης
Κοστούμια: Κατερίνα Μαργαρίτη
Ερμηνεύουν: Μυρτώ Γκονη, Εύα Κοτανίδη, Ορέστης Τζιόβας
Η παράσταση πραγματοποιείται υπό την αιγίδα του Γαλλικού Ινστιτούτου Ελλάδος. Το βιβλίο της Βιρζινί Ντεπάντ «Αγαπητέ μαλάκα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Στερέωμα»
