Πόσες χιλιάδες λέξεις να περνούν τρέχοντας απ’ τα μάτια μας καθημερινά; Λέξεις που γράφουμε, λέξεις που διαβάζουμε, σημειώματα, ποστ, κείμενα (διπλή-τριπλή ανάγνωση, διόρθωση), τίτλοι, ρεπορτάζ, κρόουλ, υπέρτιτλοι, υπότιτλοι, ματιές στις ξένες εφημερίδες, «διαγώνια» ανάγνωση, προσεκτικότερη σε κάτι ενδιαφέρον, τζάμπα στον εντυπωσιακό τίτλο με το απογοητευτικό περιεχόμενο. Αλλά πάντα γρήγορα, βιαστικά.
Ο χρόνος τρέχει, οι πληροφορίες αναπτύσσουν ταχύτητα σαν τον μαθητευόμενο μάγο στη «Φαντασία» όταν καταλήγει να κυνηγάει μάταια τη μαγεμένη σκούπα. Γίνομαι παθητική αναγνώστρια; Οχι. Γίνομαι όμως φρενιασμένη καταναλώτρια λέξεων, καθώς έχει μειωθεί ο χρόνος που χαρίζει η ματιά μου σε μια παράγραφο καταπίνοντας το περιεχόμενό της. Στο σπίτι, πάλι, αδημονούν οι λέξεις που θέλω να διαβάσω σε όλο και περισσότερα αδιάβαστα βιβλία: στοιβάζονται με μια αγχώδη προσδοκία που προκαλεί ενοχές και εκτονώνεται μόνον στις διακοπές. (Αίγινα, παραλία χωρίς ξαπλώστρες, πετσέτα, η σκιά ενός δέντρου, νερό, βιβλία, ένα υπέροχο πολύωρο τελετουργικό που διακόπτεται μόνο από βουτιές για δροσιά – δέκα βιβλία σε 15 μέρες, ο μικρός παράδεισος της πρόσφατης ανάμνησης). Μια ντάνα βιβλία περιμένει στο κομοδίνο τα επιλεγμένα προσεκτικά: κυρίως λογοτεχνία – που δεν χάνει τον ειρμό της την επομένη όταν μ’ έχει πάρει ο ύπνος. Στο γραφειάκι δεξιά ποίηση, πολιτικές μελέτες, βιογραφίες, αυτά που απαιτούν μεγαλύτερη πνευματική εγρήγορση. Στα μπροστινά ράφια αριστερά, όσα δεν αποτελούν απόλυτη προτεραιότητα.
Στη δουλειά οι καινούργιες εκδόσεις, πολλές υπέροχες, τις φυλλομετρώ, τις κουβαλώ σε υφασμάτινες τσάντες στο σπίτι, χαζεύω τα εξώφυλλα, διαβάζω τα οπισθόφυλλα, τις μυρίζω, τις ταξινομώ σ’ αυτή τη διαδικασία παράτασης και προσδοκίας. Αυτά αφορούν το μέλλον αλλά με διεκδικεί και το παρελθόν. Η νοσταλγία εποχών που είχα -άκουσον άκουσον- τον χρόνο να ξαναδιαβάσω (καμιά φορά, έστω κι αποσπασματικά, ακόμα και για μια τρίτη φορά) τα βιβλία που είχα αγαπήσει με την πρώτη ανάγνωση, συναντώντας τις αφηγήσεις με τη γλυκύτητα και την ανάγκη της επιστροφής στο αγαπημένο μέρος.
Μια παράγραφος του Κούντερα, μια αφήγηση του Βουτυρά, το «ξεσκόνισμα» μιας συγκεκριμένης σκηνής του Μοπασάν, ξαπλωμένη στη μοκέτα. Αυτά σκέφτομαι κοιτώντας καμιά φορά απελπισμένη τα μελλοντικά ραντεβού στο κομοδίνο, στο γραφειάκι, στα ράφια, σε μια ταξινόμηση που έχει βάλει τα άλλα, τα βιβλία της νοσταλγίας, στις βιβλιοθήκες στο άλλο σπίτι, το πατρικό, με τη βεβαιότητα ότι κάποτε θα επιστρέψω κι εκεί, στη φθαρμένη μοκέτα μου.
